'γειά μας!

Δευτέρα, 26 Μαΐου 2008

Πόσο κοντά μπορείς να αισθανθείς κάποιον που είναι μακριά?

Πόσο καλά νομίζεις πως γνωρίζεις κάποιον που δεν έχεις ξαναδεί?

Πόσο κοντά μπορείς να έρθεις με ένα σφηνάκι και ένα χαμόγελο?

Πόσο κρατάει ένα στριφτό τσιγάρο?

Φτάνει για να γνωρίσεις έναν άνθρωπο.

Καλή επιστροφή παιδιά, ευχαριστώ για την τιμή. Au revoir θα πω, όχι αντίο.

straight Jack!


365 μέρες, 4 ώρες και 22λεπτά

Παρασκευή, 9 Μαΐου 2008

Τόσες πέρασαν από τότε που σ' άκουσα, από την πρώτη ματιά. Και θα περάσουν άλλες τόσες και τόσες και εγώ θα τις μετράω. Και θα ευχαριστώ. Που σε έχω, που σε αγκαλιάζω, που έδωσες μια σπρωξιά στη ζωή μου. Μια πνοή και ένα χαμόγελο μαζί. Αυτό που σου υπόσχομαι είναι να είμαι εδώ. Ψυχή και σώμα. Μέχρι το τέλος. Το χαμόγελό σου θα είναι πάντα το αστέρι που θα με οδηγεί. Κι εσύ η πριγκίπησσά μου. Η Αγάπη, η Πίστη κι η Ελπίδα μου.Η Σοφία μου..

μετράω

Δευτέρα, 31 Μαρτίου 2008

Σου πάει. Το ξύλο και το μάρμαρο και η πέτρα.

Σου πάει πολύ. Μεγαλωσες.

Δεν είσαι πια παιδί, δεν είσαι νια.

Ωριμη είσαι και σοφή, και χρόνους ταισμένη.  

Το πράσινο και το καφέ, το σκούρο και το λάδι.

Μυρίζεις όμορφα και, που 'σαι, όμορφα στέκεσαι.

Να περιμένεις αυτόν και αυτήν και αυτούς.

Το κόκκινο και το χρυσό, το τζάμι και ο μπρούντζος.

Σου πάει. Μέτρα ανάποδα γλυκειά μου, μέτρα σωστά.

Η μέρα θα σε βρεί κι η νύχτα θα σ' αφήσει,

σ' ένα ποτήρι αδειανό, σε μια κουβέντα αντρίκια

μη σκας, θα είμαι εκεί, να ακούω να μαθαίνω,

να βλέπω το κρασί να νιώθω το μπουκάλι.

να νιώθω την ανάσα σου, και συ να μου φωνάζεις.

Μέτρα ανάποδα, μην αργείς.

Ο χρόνος είναι μαγικός, η ώρα τελειωμένη.

  


Σ. .

Πέμπτη, 13 Μαρτίου 2008

Σαν χθες μου φαίνεται, σαν πριν

το μέτρο και η ώρα

να 'ρχονται άνθρωποι σωρό

σα σένα και σα μένα και σα δαύτη

με μάτια και χείλια όμορφα, σα νια

από τη θάλασσα και από το κύμα

να σου γελούν και να γελάς

και να με νιώθεις

όταν στα πόδια σου πατάς ψηλά

να φτάνεις τ' άστρα τα λαμπιόνια

διαμάντια

και να γελάς να ξεκαρδίζεις

να φτιάχνεις όμορφες στιγμές

όπως εσύ γνωρίζεις

ακου και έλα, μη φοβάσαι

ελα

θα τα πιάσεις τ' άστρα,

θα μου χαρίσεις ένα;


ο Dr Jack συμβουλεύει

Σάββατο, 8 Μαρτίου 2008

ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΟΤΟΥ


ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ
ΔΙΑΓΝΩΣΗ
ΘΕΡΑΠΕΙΑ

Το ποτό έχει χρώμα διάφανο και είναι εντελώς άγευστο.

Το ποτήρι άδειασε.

Παραγγείλτε το επόμενο.

Ο τοίχος απέναντι ξαφνικά γεμίζει με πολύχρωμα φώτα.

Εχετε πέσει ανάσκελα.

Ζητήστε να σας ακουμπήσουν πάλι στο μπαρ.

Εχετε τη γεύση μοκέτας και αποτσίγαρων στο στόμα.

Εχετε πέσει μπρούμυτα.

Βλ. προηγούμενο.

Το ποτό είναι άγευστο και τα ρούχα είναι βρεγμένα.

Δεν έχετε ανοίξει το στόμα, ή φέρνετε το ποτήρι σε λάθος σημείο του προσώπου.

Πηγαίνετε στην τουαλέτα και κάνετε εξάσκηση (κρυφά).

Αισθάνεστε τα πόδια κρύα και υγρά.

Κρατάτε το ποτήρι σε λάθος γωνία.

Γυρίστε το ποτήρι ώστε το άνοιγμα να κοιτάει στο ταβάνι.

Αισθάνεστε τα πόδια ζεστά και υγρά.

Οι σωματικές σας λειτουργίες αδρανούν.

Βρίστε το "σκύλο" που σας την έκανε.

Το πάτωμα φαίνεται ασυνήθιστα θολό.

Κοιτάτε μέσα από το άδειο ποτήρι.

Παραγγείλτε το επόμενο.

Το πάτωμα ξαφνικά αρχίζει να κινείται.

Σας βγάζουν έξω.

Ρωτήστε αν σας πηγαίνουν σε άλλο μπαρ.

Ολα γύρω είναι μαύρα.

Το μαγαζί έκλεισε.

Μάθετε τη διεύθυνσή σας από το μπάρμαν.

Στην επιστροφή, το ταξί ξαφνικά αποκτά πολύχρωμη ταπετσαρία.

Το Johnny Walker φεύγει. 

Κλείστε το στόμα, ή ανοίξτε το παράθυρο. 


δυό μπύρες θέλει η ζωή

Τρίτη, 4 Μαρτίου 2008

Καθηγητής φιλοσοφίας εμφανίστηκε στην τάξη του με ένα
μεγάλο χάρτινο κουτί.
Χωρίς να μιλήσει πήρε από την χάρτινη κούτα ένα άδειο
γυάλινο βάζο και άρχισε να το γεμίζει με μικρές πέτρες.
Οι μαθητές τον κοιτούσαν με απορία. Όταν το βάζο δεν
χωρούσε άλλο ρώτησε:
-"Είναι γεμάτο το βάζο; "
και οι μαθητές απάντησαν:
- "Ναι; είναι γεμάτο".
Αυτός χαμογέλασε και πάλι χωρίς να μιλήσει πήρε από την
χάρτινη κούτα ένα σακουλάκι με μικρά βοτσαλάκια και
άρχισε να γεμίζει το βάζο κούνησε λίγο και τα βοτσαλάκια
κύλησαν και γέμισαν τα κενά μεταξύ των πετρών. Όταν το βάζο
δεν χωρούσε άλλο ρώτησε:
-"Είναι γεμάτο το βάζο;" και οι μαθητές γέλασαν και
απάντησαν:
-"Ναι είναι γεμάτο".
Αυτός χαμογέλασε και πάλι χωρίς να μιλήσει πήρε από την

χάρτινη κούτα ένα σακουλάκι με άμμο και άρχισε να την
αδειάζει μέσα στο βάζο. Η άμμος χύθηκε και γέμισε όλα τα
κενά μεταξύ των πετρών και των βοτσάλων.
Όταν το βάζο δεν χωρούσε άλλο ρώτησε:
-"Είναι γεμάτο το βάζο;" και οι μαθητές δίστασαν για λίγο
αλλά απάντησαν:
-"Ναι; είναι γεμάτο".
Αυτός χαμογέλασε και πάλι χωρίς να μιλήσει πήρε από την
χάρτινη κούτα δύο μπουκάλια μπύρες και άρχισε να τα αδειάζει
μέσα στο βάζο. Τα υγρά γέμισαν όλα το υπόλοιπο κενό του
βάζου. Όταν το βάζο δεν χωρούσε άλλο ρώτησε:
-"Είναι γεμάτο το βάζο;" και οι μαθητές γέλασαν αυτή την φορά
και απάντησαν:
- "Ναι; είναι γεμάτο". Τώρα λέει ο καθηγητής θέλω να
θεωρήσετε το βάζο αυτό ότι αντιπροσωπεύει την ζωή σας. Οι
πέτρες είναι τα ποιο σημαντικά στην ζωή σας, τέτοια είναι,
ο σύντροφός σας, η υγεία σας,οι γονείς σας, οι καλοί σας φίλοι.
Οι πέτρες λοιπον αντιστοιχούν στα ποιο σημαντικά,
τόσο σημαντικά που ακόμα και αν όλα τα υπόλοιπα λείψουν η
ζωή σας θα εξακολουθήσει να είναι γεμάτη.
Τα βοτσαλάκια είναι τα άλλα πράγματα που έρχονται στην ζωή
μας; Όπως οι σπουδές μας, η εργασία μας, το σπίτι μας, το
αυτοκίνητο μας. Είναι μικρά πράγματα βοτσαλάκια. Αν αυτά τα
βάλετε πρώτα στο βάζο δεν θα υπάρχει χώρος για τις πέτρες, τα
σημαντικά της ζωής.
Η άμμος είναι όλα τα υπόλοιπα, τα ποιο μικρά πράγματα της
ζωής. Αν βάλεις πρώτα την άμμο στο βάζο δεν θα υπάρχει χώρος
ούτε για τα βότσαλα αλλά ούτε και για τις πέτρες.
Το βάζο είναι η ζωή σας. Αν ξοδεύετε χρόνο και δύναμη για
μικρά πράγματα δεν θα βρείτε ποτέ χρόνο για τα ποιο σημαντικά.
Ξεχωρίστε ποια είναι τα ποιο σημαντικά για την ευτυχία σας.
Μιλήστε με τους γονείς σας, παίξτε με τους φίλους σας, απολαύστε
τον σύντροφό σας, προσέξτε την υγεία σας και χαρείτε τη ζωή σας.
Πάντα θα υπάρχει χρόνος για γνώση και σπουδές. Πάντα
θα υπάρχει χρόνος για εργασία. Πάντα θα υπάρχει χρόνος για να
φτιάξετε ένα σπίτι, να αγοράσετε αυτοκίνητό, να πληρώσετε τον
δήμο και το τηλέφωνο. Όμως να φροντίζετε για τις πέτρες πρώτα.
Ξεχωρίστε τις προτεραιότητες σας.
Οι μαθητές είχαν μείνει άφωνοι. Ένας όμως ρώτησε:
-"Η μπύρα τι αντιπροσωπεύει;
"Ο καθηγητής γέλασε και απαντά:
-"Χαίρομαι που ρωτάς. Θα σας πω. Δεν έχει σημασία πόσο γεμάτη
είναι η ζωή σας. Δεν έχει σημασία πόσο ευτυχής ή στριγμωμένος
είσαι,
ένα πρέπει να ξέρεις:

ΠΑΝΤΑ ΘΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΛΙΓΟΣ ΧΩΡΟΣ ΓΙΑ ΔΥΟ ΜΠΥΡΙΤΣΕΣ."


πάλι με χρόνια με καιρούς

Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2008

Υπομονή γλυκειά μου. Θα σε ξαναχαϊδέψω πάλι. Πιο τρυφερά, πιο παθιάρικα, πιο επαγγελματικά. Ελειψα πολύ καιρό, είναι αλήθεια, δε σε ξέχασα όμως. Θέλω να το πιστέψεις. Νύχτες και νύχτες πέρασαν, μα θα 'ρθουν κι άλλες, το ίδιο όμορφες, το ίδιο ποθητές. Εχουν αλλάξει οι καταστάσεις, οι δεσμέυσεις και οι υποχρεώσεις. Το μυαλό όμως δεν αλλάζει, ούτε το συναίσθημα. Εχω πολλά να σου πω, συνέβησαν τόσα, θα τα πιάσουμε από 'κει που τα αφήσαμε, δε θα χαθεί τίποτα. Και θα συνεχίσουμε το βιβλίο να γράφουμε, με πιο όμορφα γράμματα και πιο δυνατό μελάνι. Με ανεξίτηλα χρώματα και αξέχαστες μυρωδιές. Με μουσική ζεστή και κρύα μπίρα. Με τους φίλους που περιμένουν να μας δουν πάλι μαζί, να μου χαμογελάς, να σε ακουμπάω, να χορεύουμε γύρω απ' τη φωτιά.

Και θα 'σαι όμορφη. Πιο όμορφη από ποτέ. Υπομονή.


τέλος εποχής

Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2007

Προσέξτε μας είπε ένας γνωστός, να μην το προσπεράσετε το μαγαζί, έχει αλλάξει τελείως, δε θα το γνωρίσετε. Αντε ρε από 'δω, δεκαπέντε χρόνια εδω μέσα τα πίνουμε. Γνωρίζω και την παραμικρή του γωνιά, ξέρω την κάθε του παραξενιά. Παλιό μαγαζί, στο κέντρο, στα στενά. Πρωτοάνοιξε το '78, ήταν από τα πρώτα μπαράκια της πόλης. Ξεκίνησε ως πιάνο μπαρ, συνέχισε ως μπουατ, κατέληξε σε φοιτητικό -και όχι μόνο-με ζωντανή ελληνική μουσική. Στα τραπεζάκια του κάθησαν σχεδόν όλοι οι ζωντανοί θρύλοι του ελληνικού πενταγράμμου, Πάριος, Γαλάνη, Πρωτοψάλτη, Σαββόπουλος, Παπάζογλου και άλλοι. Στις παλιές εποχές, εποχές του καφενείου "η ωραία Ελλάς", ήταν όλοι μια παρέα, σιγοτραγουδώντας λόγια που άφησαν ιστορία.

Το πρωτογνώρισα το 1994, και δέθηκα με αυτό. Το υπηρέτησα και για ένα χρόνο περίπου, πίσω από την πανέμορφη ξύλινη μπάρα του. Πέρασα πολλές νύχτες εκεί μέσα, αξημέρωτες. Αλλοτε χαρούμενος, με παρέα, άλλοτε σα ζευγάρι, άλλες νύχτες μόνος, πιωμένος και μελαγχολικός. Αυτό ήταν πάντα εκεί, σε κάθε περίσταση, μου στεκόταν σα φίλος. Στο ξύλινο μπαρ του ακούμπησα χιλιάδες φορές, στριμωγμένος στον κόσμο, στην αγαπημένη μου γωνία, να πίνω το ουίσκι μου και να ταξιδεύω στις όμορφες μουσικές που χαρίζαν οι οργανοπαίκτες.

Στενόμακρο μαγαζί, με το μπαρ δεξιά κατά μήκος μέχρι τη μέση. Αριστερά τα όργανα, και στο βάθος τραπεζάκια. Χαμηλά τραπεζάκια, με τραπεζομάντηλα, και καρέκλες με άθλια ταπετσαρία. Λίγα φώτα, γύρω γύρω ξύλο, και ένα γραμμόφωνο ψηλά στον τοίχο, να το βάφει κόκκινο ένας προβολέας. Οπτικά και αντικειμενικά το μέρος ήθελε ρεκτιφιέ επιγόντως. Ηταν ίδιο τα τελευταία είκοσι χρόνια, με μικρές παρεμβάσεις. Το λέγαμε στον boss, δε μας άκουγε. Και καλά έκανε. Είχε κάτι που σε μαγνήτιζε, κάτι που σου πήγαινε το μυαλό αλλού, πίσω, μακριά. Ο κυρ Νίκος το 'ξερε. Ο boss. Φοβερή φιγούρα. Πάντα εκεί, στο μπαρ, μπροστά στην ταμειακή, να ελέγχει, να παρατηρεί, να γαμοσταυρίζει. Απαιχτος. Ειχαμε στήσει ομηρικούς καυγάδες την εποχή που δούλευα. Αλλά πάντα καταλήγαμε σπίτι του με ωραίες γυναίκες που χτυπούσαμε στο μαγαζί.

Ειχα αγαπήσει πολύ αυτό το μέρος. Το συνέδεσα άμεσα με το νυχτερινό μου περπάτημα. Γνώριζα σχεδόν όλους τους θαμώνες, τους είχα μάθει. Ηταν το μέρος που πήγαινα μόνος πολλές φορές, και έφτιαχνα παρέα εκεί. Εκεί ήπια, χόρεψα, τραγούδησα. Ναι έπιασα το μικρόφωνο μια μέρα μετά από περίπου δύο μπουκάλια ουίσκι και τραγούδησα τον "Αυγουστο" συνοδεία κιθάρας, χειροκροτημάτων και φωτογραφειών. Δε θυμάμαι λεπτομέρειες, αλλά η καριέρα μου στο τραγούδι δεν είχε ανάλογη εξέλιξη. Ετσι κι αλλιώς ήμουν λογοδοσμένος με τη μπάρα. Και τα ξύλινα ράφια πίσω με τους παλιούς καθρέπτες. Και να μιλούσαν αυτοί οι καθρέπτες. Να εξιστορούσαν τα γεγονότα εικοσι και φεύγα χρόνων...

Κλείστε τα αυτιά, ακατάλληλο για ανηλίκους.

Ο Μήτσος προσπέρασε το μαγαζί βιαστικός. Εγω κοιτούσα σα χάνος την πρόσοψη του. Πράγματι, είχε δίκιο ο άλλος, το προσπέρασε όντως. Εγώ όχι. Τα βήματα με πήγαιναν πάντα στα τυφλά. Εχω πάει πάμπολλες φορές πιωμένος, και πήγα πάντα σωστά.

"Μαλάκα, το πέρασες, εεε..."

Ο Μήτσος γύρισε σαστισμένος. Εγω κοιτούσα την πόρτα. Το μοναδικό που έμεινε ίδιο. Η παλιά ξύλινη πόρτα, με τα παραθυρόφυλλα και τα κεντητά κουρτινάκια, μάλλον σα φόρος τιμής στην ιστορία. Απλά τη βάψανε γκρι.

Γκρι;;!!!

Ξύλο χρώματος γκρι!!;;;

Η υπόλοιπη πρόσοψη θύμιζε lounge bar της παραλίας. Μπρρρρ... Εσπρωξα την πόρτα. Το σοκ ήταν μεγάλο. Ξέρετε ποια είναι η διαφορά της αρκούδας και του χελιδονιού; Εμεινα με ανοιχτό το στόμα. Μια κοπελίτσα στην πόρτα μας ρώτησε αν έχουμε τραπέζι. Την κοίταξα στραβά. Ισα που θα ξεκινούσε τα νήπια όταν μπεκροπίναμε εδώ μέσα.

"Δεν έχουμε και δε θέλουμε, πάμε στο μπαρ να δούμε τον Νίκο". Η απάντηση έφερε το δεύτερο σοκ. Οχι ότι συνήρθα από το πρώτο.

"Ποιον Νίκο;;!!"

Την προσπέρασα και περπάτησα προς το μπαρ. Που είναι; που το πήγανε; Γιατί δεν είναι εδώ; Που είναι η γωνία μου γαμώτο; ΘΕΛΩ ΤΗ ΓΩΝΙΑ ΜΟΥ. Ματαια. Δεν ήταν εκεί. Ουτε το μπαρ, ούτε η γωνία, ούτε τα ξύλινα ράφια με τα παλιά μπουκάλια, ούτε τα τραπεζάκια με τα άθλια τραπεζομάντηλα, ούτε η χιλιοκαμένη μπορντώ μοκέτα.

Ουτε ο κυρ Νίκος.

Δεν μύριζε κάπνα, δε μύριζε αλκοόλ, δεν μύριζε κλεισούρα. Βασικά δε μύριζε τίποτα. Δεν έλεγε τίποτα. Δεν μιλούσε καθόλου, δεν μας καλοσώρισε, δε μας αγκάλιασε. Τιποτα. Αισθάνθηκα ένα κόμπο στο λαιμό και το δεξί μου μάτι να υγραίνεται από τις σκέψεις. Που είναι το γραμμόφωνο ρε; Οι τοίχοι άλλαξαν, το ταβάνι άλλαξε, το πάτωμα άλλαξε, οι φάτσες άλλαξαν. Κανένας.

ΚΑΝΕΝΑΣ;

Ειδαμε έναν γνωστό. Αυτόν που πήρε το στέκι μας, το βίασε και του έκανε λοβοτομή μη τυχόν και θυμηθεί τίποτα. Πράγματι, δε μας θυμήθηκε. Πήραμε από ένα ποτό και κάτσαμε στο τραπέζι. Κάθησε κι αυτός μαζί μας.

"Πως σου φαίνεται;" ρώτησε.

"Ο Νίκος δεν το 'χει δει ακόμα"

...Καλύτερα...

Χαμογέλασα, κούνησα το κεφάλι μου.

ΚΑΝΕΝΑΣ;

Μα ΚΑΝΕΝΑΣ;

Φευγοντας αποχαιρέτησα τις αναμνήσεις μου κλείνοντας την γκρι ξύλινη πόρτα με τα κεντητά κουρτινάκια.

Γκρι;;;!!!!!@@%#%&@!!


μη μένετε μέσα

Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2007

Εχθές αποφάσισα να μείνω μέσα το βράδυ. Δεν είχα όρεξη για τίποτα. Ενιωθα βαρύς σαν ελέφαντας. Χοντρός κιόλας. Εξάλλου το χθεσινό ουίσκι ακόμα σιγόκαιγε τα σωθικά μου. Και ήδη πήρε να βραδιάζει. Μίλησα στο τηλέφωνο με τη μάνα μου, με τον Τάκη, με τη Γιώτα. Σκατά. Από τον ένα καναπέ στον άλλον. Βούλιαξα ανάμεσα στα μαξιλάρια. Εχασα και το τηλεκοντρόλ γαμώτο. Εστριψα ένα τσιγάρο και βγήκα στο μπαλκόνι. Δροσιά και υγρασία και μυρωδιά φθινοπώρου. Τελειώνει κι ο Οκτώβρης και ο γερό Χειμώνας ανυπομονεί να δείξει τα δόντια του. Στο βάθος ψηλά τα κάστρα φωτισμένα κίτρινα ανέχονταν το κρύο υπομονετικά. Εποχή με εποχή, χρόνο με χρόνο, αιώνες τώρα. Τα κάστρα που κρατούσαν έξω από την πόλη τους βάρβαρους. Εικοσι έξι Οκτωβρίου σήμερα. Η πόλη γιορτάζει τον αγιό της. Τον Αη Δημήτρη. Ο Μήτσος κανόνισε συνεύρεση αργότερα, να γιορτάσουμε το όνομα. Βαριέμαι. Τίναξα την γόπα στο δρόμο. Εσκασε κάτω σπινθηρίζοντας. Μπήκα μέσα τρίβοντας τις παλάμες μου. Ενα ρίγος έκανε τις τρίχες στην πλάτη μου να σηκωθούν. Από πάνω άκουσα την κυρα Τούλα να φωνάζει πάλι στον άντρα της. Ετοιμος όπως κάθε βράδυ για το καζίνο. Θα έρθει ξημερώματα κλασικά και θα ακολουθήσει δεύτερος γύρος.

Ξαναβούλιαξα στον καναπέ. Το τηλεκοντρόλ με χτύπησε στη μέση. Εβρισα από μέσα μου. Αλλαξα μερικά κανάλια χασμουριώντας ακατάπαυστα. Τα μάτια μου δάκρυσαν. Σηκώθηκα να ανάψω θερμοσίφωνα. Ενα ντουζάκι θα ήταν ότι έπρεπε. Ρούφηξα την τελευταία γουλιά του γαλλικού καφέ και μπήκα στο ντουζ.

Χτύπησε η πόρτα. Με το μπουρνούζι έτρεξα να ανοίξω. Τι έκπληξη, η Σοφία. Απρόσκλητη. Ηρθε να με πάρει να βγούμε. Με τίποτα. Κάτσαμε και έβαλα δυο ποτάκια να πιούμε. Σε λιγότερο από μισή ώρα κυλιόμασταν στο χαλί γυμνοί.

"Με τέτοια κόλπα δεν πρόκειται να μου αλλάξεις γνώμη" της είπα.

"Δεν πάω πουθενά, βαριέμαι, βγες μόνη σου"

"Να με πηδάς είμαι καλή ε; να βγούμε μαζί σαν άνθρωποι όχι;"

Ντύθηκε βιαστικά και έφυγε χτυπώντας την πόρτα δυνατά. Το βρακάκι της το φορούσα εγώ. Της φώναξα να έρθει να το πάρει. Με έβρισε. Το έβγαλα και το πέταξα.

Πως φοράνε αυτό το σκοινί μέσα στον κώλο τους ρε πούστη;

Ξαναμπήκα στο ντουζ. Είχα στο πλευρό δυο γραντζουνιές που έτσουζαν. Ρε την ηλίθια, τι λενε τώρα στη Γιώτα; Βγήκα και έβαλα ένα Jack. Εστριψα τσιγαράκι και έκατσα στον υπολογιστή. Τα μέιλ μου άδεια όπως πάντα. Δεν τα κατάλαβα ποτέ τα μέιλ. Αφού υπάρχουν τα τηλέφωνα, γιατί να κάθομαι να γράφω; Ανοιξα τα ΜΑΜΕ παιχνίδια και έπαιξα ένα bubble. Αθάνατο. Θυμήθηκα τα χρόνια στο γυμνάσιο που τριγυρνούσαμε στα ουφάδικα. Η μουσική του παιχνιδιού με ταξίδεψε πίσω. Πέρασε καμιά ώρα χωρίς να πάρω χαμπάρι. Τα μάτια μου πόνεσαν. Πως παίζαμε για τέσσερις και πέντε ώρες;

Η ώρα πήγαινε δεκα. Τα παιδιά ήδη θα μαζεύτηκαν στο ουζερί. Ακόμα δεν χτύπησε κανά τηλέφωνο. Καλύτερα. Πως να το αποφύγω; Εκατσα στην πολυθρόνα τρίβοντας τους κροτάφους μου. Γαμώ τον πονοκέφαλό μου. Κατέβασα μια μεγάλη γουλιά ουίσκι μαζί με ένα ντεπόν. Δε γαμιέται. Τι θα πάθω; Εγειρα πίσω. Στην τηλεόραση μάλωναν κάτι βλαμένοι στα παράθυρα. Χαμήλωσα την ένταση. Με πήρε ο ύπνος.

Με ξύπνησε το τηλέφωνο.

"Ελα, που είσαι;"

Κοίταξα το ρολόι. Δώδεκα παρά είκοσι. Το κεφάλι μου ζύγιζε εκατό κιλά.

"Σπίτι ρε, χάλια είμαι"

"Αντε ρε κουνήσου, γιορτάζει ο Μήτσος"

Εκλεισα το τηλέφωνο. Σηκώθηκα και έβαλα ένα ουίσκι. Προσπάθησα να χαλαρώσω. Δίπλα το σκυλί του γείτονα έδινε ρέστα. Τενόρος το μπάσταρδο. Πάλι έφυγε και το άφησε κλεισμένο μέσα. Μακάρι να σου φάει τον καναπέ, τις παντόφλες και τα ηχεία από το στέρεο. Αντε πια.

Κάθησα ξανά στον υπολογιστή. Ηθελα να γράψω για μια μέρα που έκατσα σπίτι. Ηταν πολύ σπάνιο, γι' αυτό. Δουλεύω έξι μέρες, συγνώμη, βράδια τη βδομάδα. Και αυτό που μένει, στο ρεπό, βγαίνω έξω με τα φιλαράκια. Το να μείνω μέσα είναι κάτι το αδιανόητο για μένα. Κολλητά με τον τοίχο του δωματίου μένει ο κυρ Γιώργος. Και έχει την τηλεόραση στο τέρμα. Συνήθως ειδήσεις και ντοκιμαντέρ.

Και δεν ακούει και καλά. Κάθε φορά είμαι υποχρεωμένος να ακούω τον Τράγκα να βρίζει και να φωνάζει. Ελεος.

Εβαλα στο στέρεο Μεταλικα και το γύρισα τέρμα μπας και πάρει χαμπάρι. Σε λίγο μου χτυπούσαν τον τοίχο από δίπλα. Γέλασα χαιρέκακα.

Το τηλέφωνο ξαναχτύπησε. Η Γιώτα ήταν.

"Ελα, θα είμαι κέντρο με τα κορίτσια, αν θες έλα από εδώ"

Θενξ, δε θα πάρω.

"Μπα μωρέ θα μείνω μέσα, δεν είμαι καλά"

Μάλλον πειράχτηκε. Εχουμε να βγούμε καμιά βδομάδα. Μάλλον προβλέπει το μέλλον αυτής της "σχέσης".

Ποια είσαι η Πυθία; χαχα

Βγήκα στο μπαλκόνι. Το κρύο ήταν εντονότερο. Το μύριζα στον αέρα. Αυτή η μυρωδιά η διαφορετική, που την πιάνεις μόνο στην αλλαγή των εποχών. Στον κάτω όροφο ο γείτονας ήταν κι αυτός στο μπαλκόνι. Η γυναίκα του τον άφησε. Περνάει την πιο πολλή ώρα στο μπαλκόνι, καπνίζοντας. Του άφησε και τα δύο παιδιά. Τον χαιρέτησα σιγανόφωνα. Μπήκε μέσα. Μπήκα κι εγώ. Ξάπλωσα στον καναπέ και με πήρε ο ύπνος.

Ξύπνησα απότομα. Τι έγινε; Τι ώρα είναι; Μια και κάτι. Ε, δεν γίνεται έτσι. Αυτό δεν αντέχεται. Εστριψα ένα τσιγάρο και πήρα τον Τάκη.

"Που είστε;"

"Λίμπιντο, έλα, μόλις πήραμε μπύρες"

Εβαλα βιαστικά το τζιν και το πουκάμισο. Εφτιαξα το μαλλί στα γρήγορα, έβαλα τις μπότες και έφυγα. Σε πέντε λεπτά ήμουν εκεί. Περάσαμε τέλεια, ήπιαμε, γνωρίσαμε κοπέλες, πολύ ωραία. Εφυγε κι ο πονοκέφαλος. Το μόνο άσχημο είναι ότι έπεσα πάνω στη Γιώτα.

"Θα κάτσεις σπίτι ε;"

Καλύτερα έτσι. Δεν πειράζει. Εχω και το τηλέφωνο της κοπελιάς στο μπαρ στην τσέπη. Θα στεναχωρεθούμε για τη Γιώτα;

"Αλεξ, χτύπα τεκίλες, διπλές"

Αυτά είναι.

Γύρισα σπίτι κατά τις έξι. Δεν κατάλαβα πως. Μπήκα στο σπίτι, πέταξα τις μπότες και άναψα τσιγάρο. Εκατσα στον υπολογιστή να γράψω για μια μέρα που έμεινα μέσα.

"Εχθές είπα να μείνω μέσα. Δεν τα κατάφερα. Βγήκα."

"Θα γράψω όταν μείνω μέσα μια μέρα"


νιώσε ρε

Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2007

Αν με πιάσεις θα καταλάβεις. θα καταλάβεις πόσο υπέφερα. Θα καταλάβεις πόσο υπέφεραν κι οι άλλοι. Εμεινα πολύ καιρό στο λασπωμένο χώμα, ανάσκελα, να κοιτώ τα σύννεφα να φεύγουν.

Αλλες φορές γρήγορα, άλλες αργά. Φταίει ο άνεμος.

Αν με ακούσεις θα σου πω πολλά. Πόσες φορές γέλασα, πόσες θύμωσα. Η ευτυχία με τη χαρά δεν είναι πάντα αγαπημένες. Το χαμόγελο δεν κρύβει πάντα όμορφα πράγματα. Αυτά τα δείχνει. Τα άσχημα κρύβει, τα δύσκολα.

Τα άθλια τζάμια, τα σπασμένα.

Που σημαδεύαμε με τις σφεντόνες. Στο παρατημένο εργοστάσιο που έφτιαχνε κλωστές.

Πολύχρωμες.

Παραδομένο στις ορέξεις μας. Στη βαρβαρότητα την παιδική. Στην εφηβεία των ανατροπών και στη νεανικότητα του θάρρους.

Του Ερωτα.

Ωρίμασε η καρδιά, το μυαλό και η ψυχή. Και το σώμα ακολουθεί πιστά, τυφλά. Μη χάσει. Απλό ήταν το καθημερινό, όμορφο και απροσδόκητο.

Αν με χτυπήσεις θα αντιδράσω. Θα σε χτυπήσω κι εγώ, πιο δυνατά και πιο ύπουλα. Με σκέψη και σχέδιο. Οργανωμένα. Ξέχασα τι θα πει αυθόρμητα, ανέμελα.

Αβίαστα. Ειλικρινά δεν μπορώ να μετρήσω πόσα στερητικά ά περικυκλώνουν το μυαλό μου. Πολλά, πραγματικά. Δεν μπορώ να ανασάνω κάποια πρωινά.

Σκέφτομαι.

Και κάποιες φορές δε θέλω. θέλω απλά να γελάσω και να φωνάξω χωρίς λόγο. Να παρασυρθώ ρε συ μακριά, εκεί.

Στο παρατημένο εργοστάσιο που έφτιαχνε κλωστές.

Αν μου τραγουδήσεις θα κάτσω να σ' ακούσω. Αφημένος στα χείλη σου, μαγεμένος από τις νότες, υποταγμένος στην κυριαρχία της φωνής σου. Και θα ζητάω κι άλλο. Να μη σταματήσεις ποτέ. Αέναο φως καταλυτικό. Αντέχω το πάντα, δεν με τρομάζει. Το τώρα φοβάμαι λίγο. Γιατί το βλέπω. Το μετά δε το ξέρω, μου επιτρέπει να ελπίζω.

Να ονειρεύομαι.

Αν με ξυπνήσεις θα θυμώσω.


έξι παρά κάτι

Πέμπτη, 4 Οκτωβρίου 2007

Ανάσες καυτές και ένα μυαλό βουτηγμένο στη λάσπη. Να 'ξερα και τι ψάχνω. Οι τοίχοι παγωμένοι κι εγώ ιδρώνω. Μα τι γίνεται; Αυτό είναι το τρένο φάντασμα του λούνα παρκ. Με τα ζόμπι και τη γριά μάγισσα με τη σκούπα να με κυνηγάει. Να 'ξερα και τι σκέφτομαι. Κάτι χρωματιστό και όμορφο. Το πιο πιθανό είναι τίποτα. Σκόρπια σαν τις σκέψεις τα χέρια και τα πόδια μου. Στο βάθος το λαμπατέρ ακόμα αναμμένο. Και η βρύση να τρέχει. Μόνος είμαι; Να ξερα και τι θέλω. Να βουλιάξω στη λίμνη, εκεί που δεν πιάνει το φώς, με τα κρύα πλάσματα να μουρμουρίζω το τραγούδι μου. Τσαλακώνω και πετώ, βρέχω το χαρτί και προσπαθώ να το κάψω. Ιδιο μυαλό και ίδιο όνειρο, χρόνια τώρα. Σάμπως και άλλαξε κάτι; Να 'ξερα και τι ξέρω. Οταν χτυπάει το κουδούνι φοβάμαι, κρύβομαι. Παλιά ανυπομονούσα, έτρεχα. Να προλάβω πρώτος να δω ποιος είναι, να κατακτήσω την έκπληξη. Για τον εαυτό μου. Ξήλωσα ένα κομμάτι κρανίο και το κρέμασα στον τοίχο. Να 'ξερα και γιατί. Πως καταφέρνεις να με υποτάξεις; Πως αντέχεις να με βλέπεις με ματωμένα μάτια και κίτρινα δόντια; με τρεμάμενα χέρια να προσπαθούν να στρίψουν το τσιγάρο. Αν σηκωθώ θα πάω μέχρι απέναντι, θα τα καταφέρω. Να είσαι σίγουρος. Να 'ξερα και πως.


τα πάντα εν Σοφία εποίησε

Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2007

Είδα το φωτογράφο να πασχίζει για μια καλή γωνία.

Είδα τον παπά να περιμένει να μαζευτούμε.

Ειδα τους γονείς μου με μάτια γυαλισμένα.

Και με το πιο όμορφο χαμόγελο της ζωής τους.

Ειδα τα αδέρφια μου.

Είδα φίλους αγαπημένους, ζευγάρια.

Και αμετάπειστους εργένηδες.

Είδα τη θεία μόνη, με την κόρη, χωρίς τον θείο.

Τον παοκτσή.

Μας άφησε νωρίς, πολύ.

Είδα τα παιδάκια να τρέχουν στον περίβολο.

Οι φωνές τους έμπλεκαν με τα ανήσυχα σπουργίτια.

Είδα το γείτονα να προσπαθεί να κρατηθεί όρθιος από το χθεσινό μεθύσι.

Ειδα πως τον κοίταζε η γυναίκα του.

Ειδα τους κολλητούς.

Χθες ήμασταν στο δημοτικό.

Είδα τον κουμπάρο, φρεσκοξυρισμένο.

Ετοιμο να αναλάβει τα πνευματικά του καθήκοντα.

Είδα τη γυναίκα, τη μαμά.

Την είδα πως κοιτούσε την κόρη της.

Το σώμα της, το αίμα της.

Ελαμπε.

Είδα τον εαυτό μου. Τον φαντάστηκα.

Χαμογέλασα πλατιά. Κορδώθηκα.

Κοίταξα τη μικρή.

Γαλήνια, αθώα.

Μόλις μετά τη βάπτιση, το μωρό είναι ένας μικρός άγιος λέει ο παπάς.

Ανόθευτος, αναμάρτητος.

Ιερός.

Είδα τη μικρή γυμνή, απορημένη με την κατάσταση.

Είδα το σωματάκι της με λάδι και μύρο.

Ακουσα τη φωνούλα της να αντηχεί στους θόλους της εκκλησίας.

Ουράνιο.

Ειδα τον παπά να την κρατάει ψηλά, πολύ ψηλά.

Να τη βουτάει στο αγιασμένο νερό της κολυμβήθρας.

Και το όνομα αυτής:

Σοφία.

Να ζήσεις καλά ψυχή μου.


χρόνου στιγμή

Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2007

είναι και μερικές ώρες που δεν μπορεί να σκεφτεί

αν βρέχει ή αν φυσάει ή αν τίποτα

στο ίδιο αδιάβροχο, χρόνια τώρα, κίτρινο και τρύπιο

στην ίδια ταράτσα, στο ισόγειο

να βλέπει ανθρώπους γκρίζους, με καπέλο και γυαλιά

στο ίδιο χαμόγελο

στο ίδιο σκαμπό

πέρασαν χρόνια και νύχτες, μα ξανάρθαν

τα ίδια χρόνια και οι ίδιες νύχτες

σκοτεινές, κρύες, παμπόνηρες

πόρνες

να είναι εκεί χωρίς να είναι

με τρέμουλο, θυμό και γέλιο, μην τα ρωτάς

εχθές πέρασε από 'κει

βιτρίνα, ήχος, καπνός, μυρουδιά

δεν είναι που δεν θέλει, οχι δεν είναι

απλά

πριν ήταν νωρίς, σε λίγο είν' αργά

ο χρόνος ξανάρχεται, ρωτάει, ζητάει

τι θέλει

σκιά στο τζάμι με τα φώτα, αυτό είναι

να 'τανε μόνο μια φορά, μία

να δώσει χωρίς να ζητήσει

θα 'πρεπε να το ξέρει, το ξέρει

μα είναι εκεί, στο ίδιο πάτωμα

το γνωρίζει, του μιλάει

δεν είν' άσχημα

μιλάει για ευχές, εύχεται για λόγια

να τον ακούσουν,

με χαρά και φιλία, όνειρο και αλήθεια

απλά

να είναι εκεί χωρίς να είναι

με το γυαλί, με το σκαμπό, με την αυγή

με το ίδιο χαμόγελο

στην άκρη του ξύλου, με νύχια και δόντια

να βλέπει ανθρώπους και φίλους

δεμένους στο ίδιο ψέμα, μαζί

εχθές τον είδαν

στο ίδιο νησί, στην ίδια άβυσσο

με το ίδιο κύμα

να μιλάει, να παλεύει, να ρωτάει

γιατί;

αυτό που δε διάλεξε να είναι

αυτό που τον διάλεξε να είναι

σκιά στο τζάμι με τα φώτα, αυτό είναι

τον είδαν και σήμερα

μετά το βράδυ

πριν το πρωί

εκεί

να είναι εκεί χωρίς να είναι

με τα ίδια μάτια, το ίδιο αληθινός

όπως τον ξέρουν

με το ίδιο χαμόγελο

να γελάει, να ζει

να αναπνέει το δρόμο, την κάπνα και το ξύλο

μακριά από εφιάλτες

ίδιος

τον είδαν και αύριο

μετά το βράδυ, πριν το πρωί

να είμαι εκεί χωρίς να είμαι

εκεί


βόλτα στην πόλη

Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2007

Το βράδυ είχε πέσει για τα καλά στην πόλη. Ο απογευματινός καφές στην παραλία στο Κύταρρο είχε αφήσει μια ανυπόφορη πικράδα στο στόμα. Τα στριφτά είχαν κάνει την κατάσταση απελπιστική. Τι καλύτερο από ένα παγωτάκι στην Ωραία; Η Βογατσικού εκείνη την ώρα γέμιζε από κόσμο. Τα Goody's και η Ωραία από τη μία, το Μικρό Καφέ και τα υπόλοιπα από την άλλη, παρακάτω. Πήραμε το παρφέ και αράξαμε στα πράσινα καγκελάκια. Αρχισαν να εμφανίζονται σιγά σιγά και τα ροκαμπίλια. Καθόμασταν στο πόστο τους. Καμιά εικοσαριά άτομα, μπορεί και παραπάνω. Τζιν με ρεβερ, μποτάκια, αλυσίδες, πουκάμισο με γιλέκο, και μαλλί.... Τσουλούφι γυριστό και φαβορίτα μέχρι το λαιμό. Τραβόλτα στο Grease ένα πράμα. Με τις παλιές BMW μηχανές να κάνουν φασαρία που θα ξυπνούσε και τον Βασιλιά τον ίδιο. Θέαμα τρελλό.

Τελείωσε και το παγωτάκι. Ηρθε η ώρα για τη βόλτα, να περάσει και η ώρα. Ναι, η βόλτα στους δρόμους της πόλης ήταν απαραίτητη και επιβεβλημένη. Παραλία, Παύλου Μελά, Ναυαρίνο, Αγίας Σοφίας, Κορομηλά, Μητροπόλεως...Βλέπαμε παρέες, γνωστούς, πειράζαμε τις κοπέλες.

Τι λέτε για μια βόλτα στη Σαλαμίνα; Φύγαμε. Λεοφωρείο Καλαμαριάς, στάση Μαρτίου. Η Σαλαμίνα ήταν το λούνα παρκ της πόλης. Το Σεπτέμβριο που γινόταν η Εκθεση, για τρεις βδομάδες όλα τα παιχνίδια μεταφέρονταν εκεί. Το ταψί, το τρένο-φάντασμα, οι κύκνοι για τα ζευγράκια, τα συγκρουόμενα, όλα. Μπυρίτσα κουτάκι, σπόρια και στριφτό τσιγαράκι. Και κόσμος πολύς, με κέφι, να διασκεδάζει. Μικροί και μεγάλοι.

Η Σαλαμίνα άρχισε να αδειάζει. Το ίδιο και το στομάχι μας. Ξανά κέντρο λοιπόν, Παύλου Μελά με Π.Π. Γερμανού. Ο κυρ' Γιάννης με το καφενείο. Μπύρα Henninger μεγάλη και πιάτα με μεζεδάκια. Κρύα, μη φανταστείτε τίποτα γκουρμέ, προσούτο με πεπόνι, σπρινγκ ρολς και σούσι. Σαλάμι, κασέρι, ντομάτα και γίγαντες κονσέρβα. Αντε και κανένα βραστό αυγό με λαδάκι και αλατοπίπερο. Ονειρο. Και τιμές; Δεν κοιτούσε ποτέ τι πήραμε ο κυρ' Γιάννης. Πόσοι είστε; Από ένα πεντακοσάρικο ο καθένας, καλά είστε.

Κατηφορίζουμε προς Λευκό Πύργο. Το Ντορέ και ο Λωτός έχουν ήδη αρχίσει τις μουσικές τους διαδρομές. Μπυρίτσα παγωμένη και καλή παρέα. Χαβαλές, πειράγματα. Από το ένα μαγαζί στο άλλο, και πάλι πίσω. Ωραία πράγματα.

Η ώρα πέρασε και πάμε για άλλα. Προξένου Κορομηλά. Ο δρόμος της κόλασης. Στενό, με οριακό πεζοδρόμιο, τυφλό και από τις δύο πλευρές. Τα πιο κακόφημα μπαράκια βρίσκονταν εδώ. Σκοτεινά, καπνισμένα και γεμάτα αμαρτία. Dancing Way, Berlin, Λουκυ Λουκ, Salloon... Από την Προξένου δεν περνούσε μόνη κοπέλα μετά τις 2 το βράδυ. Ούτε άσχετες παρέες. Μέχρι δυο τρεις δεν πείραζε. Από τέσσερις και πάνω έπρεπε η παρέα να δώσει διαπιστευτήρια, να έχει γνωστούς, να έχει στέκι.

Τα ροκαμπίλια κατεβαίνουν συχνά προς το Λούκυ Λουκ. Απέναντι είναι τα μέταλλα με τα κολάν τζιν, τα αθλητικά μποτάκια και το λιγδιασμένο μαλλί. Από το Berlin σκάνε μύτη και κάτι πανκιά μόικανς με τα αμάνικα μπλουζάκια με την αγγλική σημαία. Ξύλο, πολύ ξύλο στα στενά. Και κυνηγητό. Μπουκάλι μπύρας να εκτοξεύονται προς όλες τις κατευθύνσεις. Κόλαση πραγματική. Τα ζήτα πάλι ηρέμησαν τα πνεύματα.

Αλλαξε η πόλη. Πολύ. Οι άνθρωποι την αλλάξανε, γίνανε πιο ψεύτικοι. Χρόνος δεν υπάρχει για διασκέδαση. Πραγματική. Τα στέκια χάλασαν. Αλλάξανε κι αυτά. Περνάω από το στενάκι της Μονταζ και κοιτάω πάντα την ταμπέλα. Μπαίνω στο Λουκυ και δεν ξέρω αν είναι αυτό που θέλω. Αν σε δουν να βγαίνεις από το Berlin θα πουν σίγουρα πως παίρνεις ναρκωτικά.

Η Σαλαμίνα έφυγε.

Το ίδιο κι η Ωραία.

Κάτι σουβλάκια πουλάνε εκεί τώρα.

Δε βλέπω κανένα ροκαμπίλι, κανένα μέταλλο, τους διώξανε σαν τους ινδιάνους από τα χώματα τους. Ο κυρ' Γιάννης έγινε εσπρέσο μπαρ. Στον Παπαγάλο δεν βλέπω κανένα γνωστό, ούτε στον Λωτό.

Αλλαξα κι εγώ. Δεν ξέρω τι, ούτε γιατί. Μάλλον γιατί αλλάξανε όλοι.

Ραντεβού Καμάρα παιδιά, τουλάχιστον αυτή είναι όρθια ακόμα.

Μετά βλέπουμε...


διάλογος

Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2007

μάσκες και είδωλα, φταίχτες και πότες.

πιες να ξεχάσεις, πιες να χαρείς, πιες να θυμώσεις.

ποτήρια σπασμένα, καφρέφτες γυμνοί.

τι κι αν κλαις; τι κι αν πονάς;

θα σ' αγαπήσω περισσότερο; γίνεται; μπορώ;

προσπάθησε τουλάχιστον, μην παρατάς την παρτίδα,

θα γυρίσει, θα ανοίξει.

το ξύλο και η πέτρα μόνοιασαν, σύχασαν,

μπορείς να με κοιτάξεις στα μάτια;

μπορείς να με κοιτάξεις στα μάτια;

μπορεις;

να σε δω, να σ' ακούσω,

να με πιεις

αυτός ο αέρας, αυτή η θάλασσα,

ανέβα πάνω, έλα να μυρίσεις,

ιώδιο κι αλάτι

βράδιασε, μα δε φεύγω, όχι μη φύγεις

που θα σε ξαναβρώ;

εδώ θα είμαι, μόνος με μένα,

να πίνω από ποτά, από τραγούδια και ποίηματα

από μέσα μου

μπορείς να μ' ακούσεις

θα καθήσεις να μ' ακούσεις; το 'κανες ποτέ;

μπορείς;

πάντα έφυγες, πάντα θύμωσες, πάντα με κοιτάς

μα δε με βλέπεις, γελάς;

μ' αυτά που ακούς, ή μ' αυτά που βλέπεις;

μ' αυτά που είμαι

ειν' εύκολο να λες, εύκολο να συλλογιέσαι

δύσκολο να μείνεις

πραγματικά κι αληθινά,

χωρίς ψέμματα

χωρίς ώρα και χρόνο

χωρίς εμένα

τι κι αν κλαις; τι κι αν πονάς;

εύκολα θαρρείς θα ξεχάσεις, δε σ' αφήνει

θα ξημερώσει; ή όχι;

θα πάμε για ύπνο, μαζί, αγκαλιά,

σαν τότε, σαν ποτέ, σαν πάντα

μη νομίσεις δε θυμάμαι, γελιέσαι

το φως και το γέλιο και τ' άρωμά σου

τα ποτήρια στο πάτωμα να θυμίζουν το βράδυ

θα έρθεις να με βρεις; θα μπορέσεις;

θα θέλεις;

εδώ θα είμαι, μόνος με μένα,

να πίνω από ποτά, από τραγούδια και ποίηματα

μα σαν έρθεις θα μείνεις,

πραγματικά κι αληθινά,

χωρίς ψέμματα

χωρίς ώρα και χρόνο

μ' εμένα μόνο


ίδε ο Ανθρωπος

Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2007

Στο δάσος ο Ανθρωπος στεκόταν σκυθρωπός και θλιμμένος. Τα ζώα μαζεύτηκαν γύρω του να δούν τι έχει.

"Είμαι στεναχωρημένος, δεν έχω τίποτα" λέει,

"Θα σου δώσω εγώ τη γούνα μου να μη κρυώνεις", λέει η αρκούδα.

"Κι εγώ τη δύναμή μου", λέει ο πάνθηρας.

"Εγώ τα μάτια μου",κάνει ο αετός.

"Πάρε κι από μένα τη γρηγοράδα μου", λέει ο λαγός.

Αφού μάζεψε όλα τα δώρα των ζώων ο Ανθρωπος, έφυγε ευχαριστημένος. Μόλις απομακρύνθηκε μίλησε η κουκουβάγια:

"Τώρα που τον βλέπω να φεύγει χαρούμενος, ξαφνικά φοβάμαι".

Τα ζώα αναρωτήθηκαν τι εννοούσε το σοφό πουλί.

"Με όλες αυτές τις ικανότητες, και όλη αυτή τη γνώση, και όλη αυτή τη σοφία, δε θα σταματήσει πουθενά. Πάντα θα ζητάει, πάντα θα ψάχνει, και πάντα θα αποκτάει αυτό που θέλει. Θα αισθάνεται συνέχεια αυτό το κενό, αυτή την τρύπα μέσα του, και θα κάνει τα πάντα να τα γεμίσει. Θα καταστρέψει επειδή μπορεί, θα γκρεμίσει επειδή πρέπει, θα σκοτώσει επειδή του αρέσει. Και όταν δε μείνει τίποτα όρθιο πια, θα ξαναγυρίσει σε μας ακόμα πιο θλιμμένος, ανήμπορος, και γυμνός."

                                                                                                                                                                                                                                           Λαική παραβολή των Αζτέκων


κορίτσια στον ήλιο

Παρασκευή, 24 Αυγούστου 2007

μέρος α

Οταν ο Φάνης γνώρισε την Ηρώ θα 'ταν δεκαεννέα χρόνων περίπου. Δεκαεννέα χρόνια χωρίς να νιώσει το τράνταγμα από το βότσαλο στα ήρεμα νερά της λίμνης. Ειχε κάποιες γκόμενες αλλά τίποτα το σπουδαίο. Ηθελε μια παρουσία δίπλα του ανάλογη της δικής του. Ωραίο παιδί, φοβερό σώμα, μπάρμαν. Μοντέλο τον φώναζαν οι φίλοι του, ειρωνικά κάπως. Εκαναν καλή παρέα. Συνέχεια μαζί.

Την είδε ένα βράδυ όρθια σε ένα μπαρ. Με τζιν, μπλουζάκι, μπότες και καπέλλο. Σαν το τραγούδι ένα πράμα. Κατάμαυρα μαλλιά, ψηλή, με καμπύλες για βραβείο. Προσπάθησε να βρει κάτι να τον χαλάσει. Τίποτα. Η μικρή ήταν στην κυριολεξία τέλεια. Χωρίς δισταγμό κουβάλησε την παρέα να καθήσουν δίπλα της. Επρεπε να τη γνωρίσει.

Η Ηρώ ήταν δεκαοχτώ. Και διαθέσιμη. Δε χρειαζόταν κάτι άλλο. Η σχέση τους ήταν εκρηκτική. Ολοι μιλούσαν γι' αυτό το ζευγάρι. Πόσο τέλειοι ήταν μαζί. Πράγματι. Ταίριαζαν σε τέτοιο βαθμό εμφανισιακά κυρίως, που κυριολεκτικά τους έπλασε ο Θεός μαζί.

Σχεδόν δύο χρόνια σχέση. Με τρελλό έρωτα και ομηρικούς καυγάδες. Ηταν η πρώτη μακροχρόνια σχέση και για τους δύο. Ζυμώθηκαν μαζί σε όλα. Γελάσανε, κλάψανε, χωρίσανε, τα ξαναβρήκανε, μάθαν τον έρωτα, συζήσαν, όλα. Δύο ινδιάνικα φτερά στον ώμο της και στο μπράτσο του θα τους ένωναν για πάντα.Εκαναν όμως τον κύκλο τους.

Τα ωραία πράγματα δεν μπορεί να κρατήσουν για πάντα. Γι' αυτό είναι ωραία. Η μπογιά θα ξεθωριάσει κάποτε από τον ήλιο, όσο και να την κρατάς στη σκιά. Και να περάσει δεύτερο και τρίτο χέρι, το αποτέλεσμα είναι καλό, άλλα προσωρινό.

Χώρισαν χειμώνα. Με κλάματα και φωνές. Υποσχέσεις και απειλές. Με σεξ και χαστούκια. Χώρισαν όμως.

Τον έπαιρνε στο τηλέφωνο για ένα μήνα μετά. Κάθε μέρα. Τον παρακαλούσε. Ελεγε πως θα αυτοκτονήσει. Ηθελε να παντρευτούν. Να φύγουν στο εξωτερικό. Μάταια. Αυτός είχε πάρει την απόφασή του. Σκληρή αλλά αμετανόητη. Ηθελε να χωρίσουν για ένα και μοναδικό λόγο. Την αγαπούσε πραγματικά, ολοκληρωτικά. Και ήταν πολύ όμορφη. Το ίδιο και αυτός όμως. Και ήταν εικοσιδυό χρονών. Αν δε χώριζαν τώρα δε θα χώριζαν ποτέ. Και ήταν πολύ νωρίς για μια τέτοια απόφαση. Ηθελε να ζήσει, να κραιπαλιάσει, να κάνει απεριόριστο σεξ, να ερωτευτεί -γιατί όχι- ξανά και ξανά και ξανά...

Σταμάτησαν τα τηλέφωνα. Μέσα του κάτι χτύπησε. Πολλές φορές έπιασε το τηλέφωνο, πολλές φορές πέρασε -τυχαία- από το σπίτι της, γρήγορα μη τυχόν και τον δει. Δεν ήξερε γιατί. Είχε κοιμηθεί με δύο γυναίκες αυτό το διάστημα. Του άρεσε αυτό το σκηνικό. Τις έφτυνε μετά. Τα βράδια στη δουλειά να φλερτάρει με ότι κυκλοφορούσε σε εμφανίσιμο θηλυκό, και μετά έξω με τα παιδιά μέχρι το πρωί.

Ζωή πλέυμπόυ.

Οταν ήταν μόνος τη σκεφτότανε. Δεν μπορούσε να το αποφύγει. Προσπαθούσε, αλλά αυτή τριγυρνούσε εκεί, αιθέρια, πανέμορφη. Τη σκεφτόταν και όταν έκανε σεξ.

Ηθελε πολλές φορές να τη δει αλλά ήξερε οτι θα τον έριχνε χειρότερα. Σκληρός χαρακτήρας. Είχε απίστευτη ικανότητα να επιβάλλεται πλήρως στα συναισθήματά του. Και στη σκέψη του. Μέχρις ότου του ήρθε το τούβλο. Την είδε ένας κοινός γνωστός σε ένα μπαρ. Και δεν ήταν μόνη. Και αυτός ήταν κοινός γνωστός επίσης. Και δεν ήταν αυτό που θα λέγαμε "φίλοι".

Θόλωσε. Γκρεμίστηκαν τα πάντα γύρω του. Το πάτωμα χάθηκε. Δεν ήξερε πως να αντιδράσει. Ηπιε πολύ. Την άλλη μέρα την πήρε τηλέφωνο. Μασώντας τα λόγια της το παραδέχτηκε. Τον πήραν τα κλάματα. Εκλεισε το τηλέφωνο χαμένος. Η φωνή της σκληρής λογικής του φώναζε.

"Τι περίμενες να κάτσει μόνη σα χήρα; τα ίδια δεν κάνεις και συ; ξεκόλλαααα"

Δεν την άκουγε όμως. Η σκέψη του ήταν μόνιμα στο ίδιο σκηνικό. Να κάνει έρωτα με τον άλλον. Βασανιστικό και επίπονο. Ηταν η πρώτη φορά που δε μπορούσε να επιβληθεί στον εαυτό του. Τον είχε καταβάλλει ολοκληρωτικά. Εφυγε από τη δουλειά. Επινε κάθε μέρα, μόνος τις περισσότερες φορές. Οι φίλοι του ανησυχούσαν. Πήγαινε κάτω από το σπίτι της και περίμενε να τη δει. Τις περισσότερες φορές δεν την έβλεπε. Γιατί δεν γυρνούσε σπίτι. Σφυριά χτυπούσαν το κεφάλι του. Είχε χάσει ολοκληρωτικά τον έλεγχο.

μέρος βου

Ο καιρός πέρασε. Εχει την ικανότητα ο χρόνος να θεραπεύει. Αργά, επίπονα αλλά σταθερά και αποτελεσματικά. Ο Φάνης βρήκε δουλειά. Και την αυτοπεποίθησή του. Επανήλθε πλήρως ένα τετράμηνο μετά. Ειχε μπει η άνοιξη για τα καλά. Η δουλειά πήγαινε πολύ καλά, οι σχέσεις το ίδιο, τα φιλαράκια ξαναμαζεύτηκαν. Οι γυναίκες πήγαιναν και έρχονταν. Πολλές. Ολα ήταν τέλεια. Μέχρι ένα βράδυ μιας Παρασκευής. Ανοιξε η πόρτα του μαγαζιού και μπήκε αυτή.

Οχι ρε πούστη, όχι. Κάποιο καθήκι από τα παιδιά της το σφύριξε ότι δούλευε εκεί.

Πανέμορφη όπως πάντα. Αδυνάτισε λίγο. Του φαινόταν ότι πέρασαν χρόνια. Ακόμα και το όνομα της ξέχασε στιγμιαία. Του το θύμησε το λαμπερό Η που φορούσε στο λαιμό.

"Γεια σου Ηρώ"

Τα χείλια της χαμογέλασαν. Τα δικά του όχι.

"Ηρθα να πιω μια βότκα, πειράζει;"

Ο Φάνης έπιασε το μπουκάλι.

"Μόνη; πως και σε άφησε ο ..."

Γεμάτος ειρωνία, κακία και έρωτα. Της έβαλε ένα παγωμένο σφηνάκι. Η καρδιά του άρχισε να χτυπάει ελαφρώς πιο γρήγορα. Ηπιε κι αυτός. Τα κωλόπαιδα ήταν συνεννοημένα, γι' αυτό δε φάνηκε κανείς στο μαγαζί εκείνο το βράδυ.

Μειδίασε αμυδρά. Σχεδόν χαμογέλασε. Τα είπαν για κάμποση ώρα. Εμεινε μέχρι αργά. Είχαν πιει αρκετά και οι δύο. Ο Φάνης πήγε τουαλέτα. Μπήκε από πίσω του.

Τον αγκάλιασε και φιλήθηκαν. Η Ηρώ έκλαιγε. Τα μάτια της μουτζουρώθηκαν και μια μαύρη γραμμή κατέβηκε μέχρι το λαιμό της. Τα χέρια της έπιασαν τη ζώνη του ξεκουμπώνοντάς τη. Ο Φάνης τραβήχτηκε απότομα. Τα νύχια της του έσκισαν το σβέρκο. Την έσπρωξε βίαια στον τοίχο. Θεέ μου, πόσο την ήθελε. Αυτή στέκοταν μπροστά του, κλαμμένη, ευάλωτη, παραδομένη. Είχε σηκώσει τη φούστα της. Το εσώρουχό της είχε κατέβει στα γόνατα. Την κοίταξε με οίκτο. Γιατρεύτηκε.

"Συμμαζέψου και βγες έξω, ξεφτίλα θα γίνουμε"

Αυτός βγήκε πρώτος. Ξαναμμένος, ιδρωμένος και με μια τεράστια γρατσουνιά στο πλάι του λαιμού του. Στο μπαρ καθότανε η Στέλλα, μια κοπελίτσα που πίστευε ότι είχαν σχέση. Πίσω του βγήκε η Ηρώ, φανερά ταραγμένη. Η Στέλλα τσατίστηκε και του ζήτησε εξηγήσεις. Λάθος ώρα, λάθος μέρος, λάθος άνθρωπο.

"Αντε στο διάολο και εσύ"

Πήγαινε γυρεύοντας. Εφυγε κλαίγοντας. Η Ηρώ έκατσε στο μπαρ. Της έβαλε μια βότκα. Την ήπιε και έφυγε. Ηξεραν και οι δύο ότι ήταν η τελευταία ευκαιρία να είναι ξανά μαζί. Ηταν ένα κρας τεστ. Απέτυχε. Η μήπως πέτυχε; Η πόρτα έκλεισε. Ο Φάνης έμεινε ατάραχος, με το σφηνάκι στο χέρι. Εστριψε ένα τσιγάρο. Μέσα του έβραζε. Είχε ξαναβρεί το σκληρό του εγώ. Σκέφτηκε να πάρει τηλέφωνο τη Στέλλα, δεν ήταν σωστός. Γύρισε το κεφάλι στη γωνία του μπαρ. Μια ξανθιά περίμενε ποτό.

"Χεσ' το τηλέφωνο" σκέφτηκε.

μέρος γου

Το καλοκαίρι ήταν στο κορύφωμά του. Ο Φάνης δούλευε στη Χαλκιδική σε κλαμπ.

Ολη την υπόλοιπη μέρα έπινε και διασκέδαζε. Ειχε μπει για τα καλά στο πετσί του ρόλου. Ποτά, ναρκωτικά, γυναίκες. Το τρίπτυχο της ηδονής. Δεν τον έπιανε τίποτα, δεν τον ακουμπούσε κανένας. Κάθε βράδυ έφευγε και με καινούριο ταίρι από το μαγαζί, με δύο, με τρεις. Αλλες τη μέρα, άλλες το βράδυ. Ασυδοσία στο έπακρο.

Εκείνη τη μέρα μόλις είχε γνωρίσει δύο κοπέλλες. Πίνανε στην παραλία και βουτούσαν στη θάλασσα. Στο νερό άρχισαν τα παιχνίδια και με τις δύο. Απόλαυση. Βγήκαν να συνεχίσουν τα ποτά τους. Οι κοπέλες έβγαλαν το μαγιό μένοντας τόπλες.

"Αυτά μ' αρέσουν" είπε ξαπλώνοντας ανάμεσά τους.

Από δίπλα ακούστηκε μια φωνή. Γνώριμη. Αξέχαστη.

"Γεια σου Φάνη"

Η Ηρώ στεκόταν δίπλα, αγκαζέ με το αμόρε της. Στο λαιμό της κάτι γυάλιζε, δε μπορούσε να ξεχωρίσει τι ήταν, αλλά ήξερε. Δεν το έβγαλε. Στο χέρι της επίσης κάτι γυάλιζε. Τα βλέμματα των αρσενικών στιγμιαία κονταροχτυπήθηκαν βγάζοντας σπίθες. Χαιρετήθηκαν με ένα νεύμα.

"Τι κάνεις Ηρώ;"

"Αρραβωνιαστήκαμε πριν μια βδομάδα, και ήρθαμε διακοπές"

Ο χιμπατζής από δίπλα χαμογέλασε ειρωνικά και διθυραμβικά, με το βλέμμα του πρωτόγονου νεάτερνταλ που μόλις χτύπησε ένα ζαρκάδι στο κυνήγι.

"Εσυ;" του έκανε όλο γλύκα και φαρμάκι.

Ο Φάνης κοίταξε τα δύο γυμνόστηθα κορίτσια δίπλα του. Σήκωσε τη μπίρα του και τσούγκρισε τα δικά τους. Η μία του χάιδευε την κοιλιά. Χαμογέλασε αυτάρεσκα σα ρωμαίος αυτοκράτορας.

"Ε, τα καταφέρνω μωρέ"


.....

Πέμπτη, 23 Αυγούστου 2007

Είναι δύσκολο. Γιατί; Μη ρωτάς ανυπόμονα, θα σου πω. Είναι δύσκολο να το σπρώξεις, να το αφήσεις, να το ξεχάσεις. Πάλι;

Ο ουρανός είναι απίστευτα κοντά το καλοκαίρι, το 'χεις προσέξει; Σηκώνεις το χέρι και αισθάνεσαι τη ζεστασιά από τα αστέρια. Το γρασίδι υγρό, το βουνό σκοτεινό. Δεν έχει φεγγάρι απόψε. Εκεί κάτω τί είναι; Δεν ακούω τίποτα. Από μακριά ακούγεται μόνο κάτι σαν μουσική. Διασκεδάζουν μάλλον. Το χέρι μου κρυώνει από το γυαλί. Τα παγάκια κουδουνίζουν υπνωτικά, μελωδικά.

Τι πάλι ρε; Καιρό είχα να νιώσω έτσι; Η μυρωδιά της θάλασσας είναι κάτι που δεν ξεχνιέται. Το ίδιο και το άγγιγμα. Ξεχνιέται; Ακούς τα γέλια; Ακούς τα βατράχια, τους γρύλλους; Όλοι διασκεδάζουν. Ακόμα και τα κύματα. Αν παίξεις μαζί τους θα στο ανταποδώσουν, σίγουρα.

Βάλε λίγο να πιω. Το κορίτσι μου κοιμάται, εγώ δεν μπορώ. Δεν με αφήνει το καλοκαίρι. Σαν να τον ακούω τον νέο αυτόν με τα σταφύλια στα μαλλιά και τον αυλό στο χέρι. Οι νότες είναι περίεργες, μα και τόσο οικίες. Θυμάσαι τα τραγουδάκια που φκιάναμε στον Αη Νικόλα στο πανυγύρι; Δεν είχαν νόημα αλλά σήμαιναν τόσα πολλά.

Πάλι; Θες να γεράσω, να μουχλιάσω, να πεθάνω; Εγώ δεν θέλω. Κάνε λίγο ησυχία. Σσσσσσ... ακούς; βλέπεις;

Στην υγειά μας ρε φίλε.


ραντεβού με την Αννα

Δευτέρα, 2 Ιουλίου 2007

"Παρακαλώ, τι θα πάρεις;"

Η Αννα με τα τεράστια μαύρα μάτια της κοίταξε τον νεαρό στο μπαρ. Εκείνος πάλι επικεντρώθηκε στο στήθος της. Αυτή το κατάλαβε. Της άρεσε. Σε ποια δεν αρέσει;

"Ενα μπακάρντι κόλα."

Αρχίσαμε τα σκληρά, χαμογέλασε.

"Αμέσως."

Εχθές έκλεισε τα είκοσι τρία. Αλλα έμοιαζε με γυναίκα φτασμένη. Η νύχτα την είχε μεγαλώσει πρόωρα. Το δέρμα της δεν είχε τη νεανική υφή των άλλων κοριτσιών. Τα χέρια της είχαν σκληρύνει. Από τα δεκάξι της στη δουλειά. Το άφησε το σχολείο , το ίδιο και εκείνο. Η μάνα της κι αυτή στο μεροκάματο. Κομμώτρια. Αλλά τα χρήματα δεν τους έλειπαν. Τους έστελνε και κάτι ο πατέρας, για να του συγχωρέσουν τη δειλεία. Εφυγε όταν τα πράγματα ζόρισαν. Κωλοκατάσταση.

Δεν είχε αγόρι. Κανένας δεν την έπαιρνε στα σοβαρά. Μόνο στο κρεβάτι. Όλοι το ίδιο ήθελαν. Να τη γευτούν. Δεν ήταν ιδιαίτερα δύσκολο. Η Αννα ζούσε έντονα. Πολύ ποτό, πολλές καταχρήσεις, ξενύχτια. Δεν ήταν αυτό που θα λέγαμε από τα καλά κορίτσια.

Δεν ήταν ιδιαίτερα όμορφη, αντικειμενικά. Αλλά είχε κάτι. Αυτό το κάτι που κάνει τους άντρες να την ποθούν. Με πάθος. Είχε πολύ λεπτό σώμα, μικροκαμωμένο. Ίσια μαλλιά, κατεστραμμένα από τις πολλαπλές επεμβάσεις και παρεμβάσεις. Ηταν μελαχροινή στο δέρμα και το καλοκαίρι έπαιρνε ένα σκούρο σοκολατί χρώμα που παρέπεμπε σε Αγιο Δομίνικο μεριά. Το στήθος της ήταν το αντιπροσωπευτικό παράδειγμα της ηλικίας της. Μεγάλο για το σώμα της, στρόγγυλο και με μεγάλες θηλές. Το τόνιζε πάντα με τα στενά μπλουζάκια που φορούσε.

"Αννα, βάλε δυο σφηνάκια να πιούμε."

Στο ποτό δεν έλεγε ποτέ όχι. Και ήταν δυνατή. Πρωτα πέφταν οι υπόλοιποι και μετά αυτή. Επινε αρκετά. Κάθε βράδυ. Και τις περισσότερες φορές κατέληγε με κάποιον στο κρεβάτι. Της έκαναν πολλά δώρα, ήξεραν τη κατάστασή της. Αυτή το εκμεταλλευόταν. Ήταν πανέξυπνη. Σε όποιο μαγαζί είχε δουλέψει είχε κάνει σεξ με τον ιδιοκτήτη. Και με τους υπεύθυνους. Δεν το έβρισκε κακό. Το γούσταρε. Και τους έκανε όλους να την προσέχουν. Ειχε την εύνοια των προϊσταμένων, τα καλύτερα ωράρια, τα καλύτερα μεροκάματα, ρεπό όποτε ήθελε. Δεν της χαλούσαν χατήρι. Δύο βοηθοί να της ετοιμάζουν το πόστο, κι αυτή έξω να καπνίζει το τσιγάρο της.

"Κούκλα τι θα κάνεις μετά;"

Με τους πελάτες ήταν πιο εκλεκτική. Καλή εμφάνιση και καλό ντύσιμο για τους μεγαλύτερους, ωραίο σώμα και χαβαλέ για τους νεαρούς. Αυτά ήταν τα κριτήρια. Ο πιτσιρικάς θα έπρεπε να έχει ωραίο στυλάκι και να είναι όμορφος. Οι μεγαλύτεροι να φοράνε καλό ρολόι, κοστούμι κατά προτίμηση και να έχουν φράγκα. Αυτό το εμπέδωσε καλά από τη μάνα της. Οι νεαροι είναι διασκέδαση, οι μεγάλοι δουλειά. Και ποτέ δεν μπλέκεις τη δουλειά με τη διασκέδαση.

"Μάλλον θα πηδιέμαι με κάποιον, γιατί;"

Σήκωσε το σφηνάκι απότομα. Ετρεξε λίγο από το δεξί της μάγουλο. Σκουπίστηκε με το χέρι. Αυτό το στόμα της... Ετσι απαντούσε πάντα όταν δεν είχε όρεξη. Ο τύπος γύρισε προς την άλλη. Τι θά 'κανε;

Στο μπαρ καθόταν μια παρέα τριών νεαρών. Ο ένας ήταν γλυκούλης. Και την κοίταζε. Μακρύ μαλλί, μαύρο, ωραίο σώμα, κλειδί από μηχανή πάνω στο μπαρ. Τις λάτρευε της μηχανές. Υποψήφιο θύμα. Τους έβγαλε σφηνάκια.

"Θα πιεις μαζί μας, αν θέλεις;"

Ο Αρης ήταν ευγενικό παιδί. Μορφωμένο. Είκοσι πέντε χρονών, τοπογράφος, γραφείο του πατέρα του, έτοιμες δουλειές. Του χαμογέλασε και έβαλε ακόμα ένα σφηνάκι.

"Στην υγειά σου."

"Καλά να περάσετε."

Δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από πάνω της. Την ακολουθούσε σε κάθε βήμα, σε κάθε κίνησή της. Παρατηρούσε πως έβαζε ποτά, πως μιλούσε, πως γελούσε, πως έπινε.

Αυτή το κατάλαβε. Δεν της ξέφευγαν αυτά τα μυρμηγκάκια στον ιστό της. Του έριχνε κλεφτές ματιές, ίσα να τον αναστατώσει. Ειχε αποφασίσει ότι θα περνούσε τη νύχτα μαζί του. Αυτός δεν το 'ξερε.

Η παρέα τη φώναξε να πληρώσει. Είχαν πιει αρκετά. Όχι ο Αρης. Δεν οδηγούσε πιωμένος. Είχε ζαλιστεί τόσο ώστε να την ερωτευθεί.

"Θα φύγεις και 'συ;"

Έφυγε το αγκίστρι στο νερό. Και χωρίς δώλωμα. Οι ρώγες της είχαν φουσκώσει. Δε χρειαζόταν τίποτα άλλο.

"Τι να κάνω λες;"

"Κάτσε να πιούμε κανά ποτάκι μέχρι να τελειώσω και πάμε καμιά βόλτα με τη μηχανή, αν δεν έχεις κάτι άλλο."

Σιγά μην είχε. Και να είχε, ακυρώθηκε εν ερήμην.

"Παιδιά εγώ θα κάτσω λίγο ακόμα, τα λέμε αύριο."

Πιάσανε τη συζήτηση. Το μαγαζί είχε αδειάσει, η μουσική είχε σταματήσει. Η Αννα ήπιε πάλι. Αυτός ελάχιστα.

Ανεβήκανε στη μηχανή. Κόλλησε πάνω του, και ακούμπησε τα χείλια της στο λαιμό του. Ηταν ζεστός. Ανατρίχιασε ολόκληρος. Και αυτή. Την πήγε στο σπίτι της.

"Θα ανέβεις; έχω ποτάκια να πιούμε..."

Ηθελε πολύ. Δεν το έκανε. Δεν ήθελε να την εκμεταλλευτεί έτσι όπως ήταν.

"Αλλη φορά, στο υπόσχομαι. Θα περάσω από το μαγαζί."

Δεν το πίστευε. Αυτό ήταν πρωτόγνωρο. Ειχε πάει με τόσους, και αυτό δεν της είχε συμβεί ποτέ. Τρελλάθηκε. Ανέβηκε σπίτι, έπεσε στο κρεβάτι μόνη. Τον ήθελε, γιατί δεν ανέβηκε; Αφού κι αυτός ήθελε. Η όχι; Δεν μπορεί. Όλοι την ήθελαν.

Με αυτές τις σκέψεις την πήρε ο ύπνος. Ήταν απίστευτα ερεθισμένη και υγρή.

Ο Αρης την σκεφτόταν δυο μέρες τώρα. Το βράδυ αποφάσισε να πάει να τη βρει. Είχε ρεπό. Κάθησε να πιει ένα ποτό. Ξαφνικά την είδε. Καθόταν στον ντισκ τζοκευ. Μπροστά της είχε μια τεκίλα άσπρη.

"Γεια σου Αννα."

Γύρισε. Τα μαύρα μάτια της άνοιξαν με έκπληξη.

"Εσύ εδώ, δεν περίμενα να σε δω..."

Ψέμα. Γι' αυτό ήταν εκεί. Κι αυτή τον σκεφτότανε. Των ερωτεύτηκε. Το ένιωσε πρώτη φορά και της άρεσε. Τον αγκάλιασε και τον φίλησε. Στα χείλια. Ελαφρά. Αυτό το φιλί που σε ξεσηκώνει.

"Θες να φύγουμε, να πάμε κάπου αλλού;"

Εφυγαν μαζί. Γυρίσανε όλη την πόλη. Ηπιανε, χορέψανε, διασκεδάσανε, φιληθήκανε. Την πήγε σπίτι. Δεν περίμενε να τον ρωτήσει. Ανεβήκανε μαζί. Εκαναν έρωτα μέχρι το πρωί. Την κράτησε αγκαλιά, ενώ αυτή άναψε ένα τσιγάρο.

"Να σου πω.." της είπε

"Μόλις χώρισα από μια σχέση που είχα από το λύκειο. Πολλά χρόνια. Είσαι η δεύτερη γυναίκα που κάνω έρωτα. Και θέλω μια κοπέλα να κάνω σχέση. Εσύ;"

Δεν ήθελε να του χαλάσει τη σκηνή. Κρίμα ήταν ο πιτσιρικάς. Και πηδούσε ωραία.

"Και 'γω..."

Του χάιδεψε τα μαλλιά.

"Είσαι ο ..."

Έκανε πως μετρούσε στα δάχτυλα.

"...ο τέταρτος που πάω"

Ο Αρης χαμογέλασε. Εκλεισε τα μάτια του. Το κινητό της αναβόσβησε. Ο Σπύρος ήταν.

"Που είσαι, θά 'ρθεις;"

Δεν μπορώ τώρα, αύριο.


θάλασσά μου σκοτεινή

Παρασκευή, 29 Ιουνίου 2007

"Δε θα μπορέσω να έρθω στη δουλειά σήμερα, έχω πυρετό."

Μεγάλο ψέμα. Πιωμένος είμαι. Οκτώ η ώρα το πρωί. Εχω πιει ήδη τρία ουϊσκι και γεμίζω το τέταρτο. Κοιμήθηκα τρεις ωρίτσες περίπου από το μεθύσι, δε νύσταζα. Ξύπνησα και συνεχίζω. Δεν είναι δυνατόν. Δε θέλω να τη χάσω έτσι. Μετά από αρκετό καιρό ερωτεύτηκα ξανά. Και να φύγει;

Δεν απαντάει στο τηλέφωνο. Τα νεύρα μου. Κατεβάζω το ουίσκι σαν νερό. Δε γίνεται να μεθύσω περισσότερο. Το πολύ πολύ να πέσω κάτω. Βρέχει κιόλας γαμώ την πουτάνα μου. Σκατόκαιρος.

Τη γνώρισα πριν λίγο καιρό. Την ερωτεύτηκα αμέσως. Τα μάτια της, το πρόσωπό της, τον κώλο της, όλα. Κι αυτή το ίδιο. Δεν ξέρω τι, μου είπε, αλλά δε θυμάμαι. Περάσαμε τρεις μήνες έρωτα κινηματογραφικό. Βγαλμένο από βιβλίο.

Παραπατώντας έφτασα στο στερεοφωνικό. Πάτησα το σι ντι στο τραγούδι δύο.

"Αχ θαλασσά μου σκοτεινή..."

Το τραγούδι που με έχει σημαδέψει αυτό τον καιρό. Το έβαλα ένα πρωί, στις έξι, και γύρισα την ένταση όσο πήγαινε. Μόλις είχαμε κάνει έρωτα. Όλη η γειτονιά βγήκε στα μπαλκόνια. Στα αρχίδια μου. Γούσταρα σαν τρελλός, κι αυτή μαζί μου.

"...θαλασσα αγριεμένη.."

Η αγαπημένη μου σκηνή, η βαλχάλα μου. Χειμώνα στη θάλασσα, να τη βλέπω γρίζα και σκοτεινή, άγρια και βλοσσυρή, έτοιμη να σε κατασπαράξει, να την ερωτευτείς και να σε πνίξει. Να φυσάει. Κρύος αέρας, ξερός. Τα σύννεφα στο βάθος να μπλέκονται με τα κύματα, και συ να κοιτάς, να ταξιδεύεις, να ονειρεύεσαι.

"...απόψε που σε χάνω.."

Οχι, δεν υπάρχει περίπτωση. Το μπουκάλι τελείωσε. Ξαναπαίρνω τηλέφωνο, την ακούω, δεν μπορώ, μου λέει, κλείσε, περίμενε, όχι...

Μπορώ να οδηγήσω; ρε μαλάκα, δε μπορείς να μιλήσεις, όχι να οδηγήσεις.

Ογδόντα χιλιόμετρα μακριά. Πολλά είναι; σε μισή ώρα θα είμαι εκεί. Ή κάπου αλλού.

Παίρνω τη μάνα μου. Ετσι πήρα να δω τι κάνετε. Είσαι καλά; Όχι. Θα σας δω μετά. Ίσως.

Το τιμόνι είναι βαρύ και βρέχει συνέχεια. Δε βλέπω τίποτα, πηγαίνω μηχανικά. Έχω και ένα ποτήρι μαζί μου. Ποιος είπε οτι ποτό και τιμόνι δεν πάνε μαζί; μια χαρά πάνε.

Εφτασα πράγματι σε μισή ώρα. Δεν ξέρω πως. Είμαι κάτω από το σπίτι της. Παίρνω τηλέφωνο. Είμαι κάτω, κατέβα. Τι κάνεις, δε μπορώ, δεν είμαι σπίτι. Δε φεύγω, θα με δεις και μετά, έχω πιει. Σε παρακαλώ, γύρνα πίσω και θα τα πούμε από κοντά, στο υπόσχομαι, όχι τώρα. Κάθομαι ξανά στο αυτοκίνητο. Δεν υπάρχει περίπτωση να γυρίσω πίσω ζωντανός. Το αλκοόλ έχει καταλάβει ολοκληρωτικά το νευρικό μου σύστημα. Κοιτάω γύρω μου, ακόμα βρέχει. Στο αμάξι δεν έχω σι ντι. Θέλω τη θάλασσά μου...

Γυρνάω προς τα πίσω. Χτυπάει το τηλέφωνο. Αυτή είναι.

"Που είσαι;"

"Στο δρόμο."

"Πρόσεχε, σε παρακαλώ, σε παρακαλώ..."

Ηρέμησα λίγο, έκοψα ταχύτητα. Ανοιξα τα παράθυρα, η βροχή έμπαινε μέσα μαζί με κρύο αέρα. Το ποτήρι άδειο είναι, το ίδιο και το μυαλό μου.

"Πάρε μόλις φτάσεις, σε παρακαλώ"

Χαμογέλασα. Η καρδιά μου γέμισε με αίμα, τα πνευμόνια φούσκωσαν, τα μάτια μου δάκρυσαν. Η αριστερή μου πλευρά έχει γίνει μούσκεμα και κρυώνω. Κλείνω τα παράθυρα. Στο ραδιόφωνο παίζει κάτι βλακείες. Θέλω χαρούμενα τώρα. Δε μου αρέσω έτσι. Θα την πάρω τηλέφωνο μόλις φτάσω, πρέπει να φτάσω.

Το σπίτι είναι σε κακό χάλι. Τα μπουκάλια είναι πεταμένα στο πάτωμα. Κάπου έχω λίγο ποτό. Στρίβω και ένα τσιγάρο.

"Ελα, έφτασες;"

"Ναι. Πότε θα έρθεις;"

"Αύριο, δεν ξέρω αν θα μείνω, θέλω να τα πούμε"

Το σι ντι είναι ήδη μέσα. Πατάω το δύο.

"Αχ θαλασσά μου σκοτεινή..."

Την ακούω από το τηλέφωνο να κλαίει. Δεν θέλω, όχι. Να γελάς θέλω. Να είσαι δυνατή, τσαμπουκάς.

"...θαλασσα αγριεμένη.."

Αγριεμένη, είσαι η θάλασσά μου, η βαλχάλα μου.

"Θα έρθω αύριο, το απόγευμα"

Η φωνή της τρέμει, τα πόδια μου το ίδιο. Θα σε περιμένω.

"Αύριο θα έρθω στη δουλειά, είμαι καλύτερα."

Τελείωσε και το ουίσκι. Ποιος πάει να πάρει τώρα;


βότκα με το Φάνη

Πέμπτη, 28 Ιουνίου 2007

Θα συγχωρήσετε, ελπίζω, αυτή μου την ελαφριά απόκλιση, αλλά το χρωστάω.

κεφ1

Η Ηρώ ήταν 24 χρονών. Και πολύ όμορφη. Είχε μακριά κατάμαυρα μαλλιά και δύο υπεροχα μελιά μάτια. Το ένα μάλιστα ήταν διαφορετικό. Είχε κάτι ρωγμές γκρίζου μέσα στο μελί που το έκανε ακόμα ομορφότερο. Το σκηνικό συμπλήρωναν μια μικρή μυτούλα ελαφρώς κυρτή και δυο τέλεια σχηματισμένα χείλη. Τέσσερις καμπύλες διέγραφαν το σώμα της. Ντυμένη σχεδόν πάντα με τζιν και φανελάκια. Αγγελικό πλάσμα.

Είχε αποφοιτήση από το αρχιτεκτονικό. Με καλό βαθμό μάλιστα. Επιασε δουλειά σε ένα τεχνικό γραφείο. Οι συνάδελφοι άντρες και ο προϊστάμενος την είχαν βασίλισσα. Οι γυναίκες τη φθονούσαν. Το καταλάβαινε κάθε φορά που διέσχιζε το διάδρομο των γραφείων. Από τη μια οι άντρες πάρακαλούσαν μέσα τους για μια νύχτα μαζί της και από την άλλη οι γυναίκες εύχονταν να πέσει και να σπάσει το πόδι της. Κανενός οι ευχές δεν πιάνανε.

Τα βράδια δούλευε περιστασιακά ως μπαρτεντερ. Το έκανε εξίσου καλά με τα αρχιτεκτονικά σχέδια. Πίσω από τη μπάρα έλαμπε. Οι κινήσεις της ήταν αεράτες, χορευτικές. Η στάση της, η κίνησή της, αρμονικές. ΟΙ πελάτες πάσχιζαν να βρουν μιαν θέση στο μπαρ μόνο και μόνο να βρεθούν κοντά της, να της μιλήσουν, να μυρίσουν το άρωμα της. Αυτό το άρωμα. Eternity. Το χαρακτηριστικό της. Το φορούσε χρόνια τώρα. Δεν το άλλαζε με τίποτα.

Εκείνη την Παρασκευή φορούσε φούστα, σπάνιο. Τα πόδια της αγκάλιαζαν δυο μεταξωτές κάλτσες στο χρώμα του δέρματος. Ενα μπλουζάκι με τιράντες άφηνε να διακρίνεται το στέρνο της, που το στόλιζε ένα ασημένιο Η με σβαρόφσκι. Ελαμπε περισσότερο από το γεμάτο μαγιάτικο φεγγάρι. Ολα τα βλέμματα ήταν στραμμένα επάνω της. Οπως και του καλοντυμένου μεσόκοπου κυρίου που καθόταν μόνος στο μπαρ.

"Ενα Glennfiddich σε ψηλό, σε παρακαλώ, χωρίς πάγο"

"...έγινε"

Του χαμογέλασε καθώς γυρνούσε. Στη δεξιά ωμοπλάτη φιγουράριζαν δυο ινδιάνικα φτερά. Ενθύμιο ενός μεγάλου έρωτα.

"Οι μεγάλες αγάπες δεν τελειώνουν ποτέ, το ξέρεις;"

Τον κοίταξε απορημένη και γοητευμένη ταυτόχρονα.

"Οταν αδειάσει το ποτήρι, είναι ανώφελο να προσπαθείς να πιεις."

Κι όμως, η τελευταία σταγόνα είναι όλη η γεύση. Πικρή πολλές φορές, αλλα...

"Ορίστε"

Της έδωσε την κάρτα του φεύγοντας.

"Θα σε ενδιέφερε να έρθεις Σαντορίνη; έχω το καλύτερο μπαρ - ρεστωραν στο νησί."

"Ισως..."

Τα μάτια της άστραψαν. Ηθελε.

"Πάρε με ένα τηλέφωνο αν θες, να τα πούμε."

Αφησε στο μπαρ πενήντα. Η κάρτα του γλύστρισε στο μικροσκοπικό της τσαντάκι, ανάμεσα στο καθρεφτάκι και στο κινητό.

κεφ2

Ξύπνησε ιδρωμένη. Επιασαν νωρίς οι ζέστες. Εβγαλε το εσώρουχό της και μπήκε στο ντους. Το σκεφτόταν συνέχεια. Η χθεσινές βότκες ταλαιπωρούσαν το κεφάλι της.

"Θα τον πάρω"

Ειπε στη φίλη της στο τηλέφωνο, σκουπίζοντας με τη πετσέτα τα καλλίγραμμά της πόδια.

"Και θα παρατήσεις τη δουλειά στο γραφείο;"

Σιγά τη δουλειά. Τόσες ώρες και λεφτα, κλάφτα.

"Και δε μου λες αυτός, ωραίος;"

"Ε, ξέρεις τώρα..."

Εβγαλε τη πετσέτα από τα μαλλιά, τινάζοντας τα. Η μυρωδιά του φρεσκολουσμένου μαλλιού πλημμύρισε το δωμάτιο.

"Σε κλείνω τώρα, θα τα πούμε μετά, για καφέ."

Αλειψε τη κρέμα σώματος παντού και φόρεσε τα άσπρα εσώρουχα της. Πάντα φορούσε άσπρα όταν ήταν σε καλή διάθεση. Πήρε το κινητό της και σχημάτισε τους αριθμούς. Αναψε ένα Davidoff slim. Η καρδιά της χτυπούσε ασυνήθιστα γρήγορα. Τέσσερις φορές χτύπησε.

"Παρακαλώ" είπε η βραχνή φωνή.

Ωχ, τον ξύπνησα.

Η συνάντηση κανονίστηκε άμεσα, το ίδιο κιόλας μεσημέρι. Ο Σωτήρης θα έφευγε για Σαντορίνη το άλλο πρωί. Εφτασε δώδεκα λεπτά καθυστερημένη. Ο Σωτήρης ρουφούσε τον εσπρέσσο του μαζί με ένα κουβανέζικο partagas. Δεν φαινόταν ενοχλημένος.

"Συγνώμη που άργησα. Ειχε κίνηση."

Φτηνή και συχνή δικαιολογία. Και μη πιστευτή. Στην πραγματικότητα είχε φτάσει ένα τέταρτο πριν και ξαναέφυγε, γιατί δεν ήθελε να είναι πρώτη και να περιμένει. Φορούσε το αγαπημένο της τζιν. Αυτό που διαγράφει καλύτερα τα οπίσθιά της. Πουκαμισάκι από πάνω, διάφανο. Και το δαντελένιο άσπρο σουτιέν. Το ασημένιο Η γυάλιζε στον ήλιο. Τα γυαλιά της κάλυπταν το μεγαλύτερο μέρος του προσώπου της. Ηταν πολύ όμορφη. Ο Σωτήρης τράβηξε μια ρουφηξιά απο το πούρο του. Μυρωδιά ξύλου και μπαχαρικών γέμισαν την ατμόσφαιρα. Συζήτησαν για περίπου δεκαπέντε λεπτά. Η Ηρώ συμφωνούσε σε όλα. Το έδειχνε με το χαμόγελό της. Χτύπησε το κινητό της. Η Αγγελική ήταν. Πάτησε το κόκκινο.

"Σε μια βδομάδα σε περιμένω κάτω."

Εβγαλε από την τσέπη του το κινητό του.

"Το εισητήριό σου θα είναι στο αεροδρόμιο. Θα το ζητήσεις στην εταιρεία."

Σηκώθηκαν και οι δύο ταυτόχρονα. Η χειραψία του ήταν ζεστή και αντρικιά. Κάτι ζεστάθηκε ανάμεσα στα πόδια της. Εφυγε βιαστικά. Το άρωμα του την αναστάτωσε. Αν ήταν μόνοι τους θα του ορμούσε. Επιασε γρήγορα το κινητό της.

"Θα πάω, θα πάω."

κεφ3

Το τελευταίο βράδυ στο μαγαζί όλα ήταν διαφορετικά. Στο γραφείο δεν την ένοιαζε. Στο μπαράκι ήταν δεμένη με τα παιδιά. Φαινόταν στο πρόσωπό της. Τόσες μέρες τώρα περίμενε την αυριανή που θα πετούσε για το νησί. Ετοιμασίες, συναντησεις, συμβουλές από τις φιλενάδες, κλάματα με την Αγγελική, και τώρα; Θα έφευγε για τουλάχιστον πέντε μήνες. Στεναχωριόταν. Τα μελιά της μάτια σήμερα δεν έλαμπαν. Είχαν μια μελαγχολία. Ηταν σα χαμένη. Εβαλε μια βότκα, σκέτη. Ηπιε δυο μεγάλες γουλιές.

"Μπορώ να έχω και 'γω μια σκέτη;"

Δεν τολμούσε να γυρίσει προς τη φωνή που άκουσε. Ισως γιατί τη γνώρισε. Δεν ήταν δυνατόν. Οχι μετά από τόσο καιρό. Τα πόδια της κόπηκαν. Ηπιε και την υπόλοιπη βότκα. Γύρισε. Καθόταν εκεί, στη γωνία, στην αγαπημένη του γωνία. Μελαχροινός, ψηλός, όμορφος. Στο μπράτσο του, κάτω από το μανίκι, διακρίνονταν δυο ινδιάνικα φτερά. Η Ηρώ έπιασε το μπουκάλι με τη βότκα και δύο σφηνάκια από την κατάψυξη. Είχαν μεθύσει πολλές φορές με βότκα.

"Τι κάνεις εδώ;"

Σχεδόν δάκρυσε. Όχι τώρα...

"Φεύγω αύριο, Ιταλία."

Ηπιαν δυο σφηνάκια. Μιλούσαν αρκετή ώρα. Και πίνανε το αγαπημένο τους ποτό. Καταλήξανε σπίτι του. Με τη βότκα. Πέρασαν όλο το βράδυ πίνοντας και μιλώντας. Το πρωί έκαναν έρωτα. Δεν κοιμήθηκαν καθόλου.

"Θα έρθεις μαζί μου;"

Δεν το περίμενε αυτό. Της ήρθε απότομο.

"Που 'σαι ρε Αγγελική όταν σε χρειάζονται;" σκέφτηκε.

Δεν ήξερε τι να κάνει. Ηταν χαμένη. Της ήρθαν τα πάνω, κάτω.

"Φεύγω το απόγευμα" της είπε φορώντας το τζιν του. Γαμώτο, έχει φοβερό κώλο.

"Πάρε με τηλέφωνο. Εχω ένα εισητήριο στην αναμονή."

Στο ένα σφηνάκι είχε μείνει λίγη βότκα. Το ήπιε. Εκανε έναν μορφασμό.

"Ζεστάθηκε η πουτάνα" είπε κλείνοντας την πόρτα.

Η Ηρώ ξέσπασε σε γέλια. Ηταν γυμνή στο κρεβάτι, πιωμένη, δεν είχε κοιμηθεί λεπτό, είχε κάνει σεξ για όσκαρ, την περίμεναν δύο εισητήρια με ισάριθμους γκόμενους και δεν είχε μιλήσει με την Αγγελική από χθες. Δράμα. Αναψε ένα Davidoff slim. Πήρε στο κινητό την Αγγελική. Το είχε κλειστό. Ηλίθια. Της έστειλε μήνυμα.

"Φεύγω Ιταλία με τον Φάνη. Δεν ξέρω για πόσο. Θα σε πάρω εγώ."

Εστειλε και ένα στον Σωτήρη. Δεν μπορούσε να του μιλήσει. Τελείωσε και η βότκα γαμώτο.

"Οι μεγάλες αγάπες δεν τελειώνουν ποτέ, το ξέρεις;"

"Συγνώμη..."


καλοκαίρι στο νησί

Τρίτη, 26 Ιουνίου 2007

Ο Ακης και ο Στέργιος ήταν αχώριστοι φίλοι. Από το γυμνάσιο έκαναν παρέα. Ταίριαζαν τα χνώτα τους. Οι σκέψεις τους. Τα γούστα τους. Εκείνη η χρονιά ήταν η τελευταία στο σχολείο. Γ' λυκείου. Τα ανέμελα χρόνια θα τελείωναν οσονούπω. Θα έρχοταν άλλα όμως, καλύτερα. Οι δύο φίλοι ήταν σίγουροι γι' αυτό. Και είχαν σκοπό να ξεκινήσουν από αυτό το καλοκαίρι. Θα πήγαιναν διακοπές σε νησί. Στην Ίο. Είχαν ακούσει τα καλύτερα. Και τα χειρότερα. Δεν είχε σημασία.

Το πλοίο έδενε στο λιμάνι ξημερώματα. Έξι η ώρα το πρωί. Τελικά ήταν οι δυο τους. Υπήρχαν κι άλλοι πρόθυμοι στην αρχή, που μετά λάκισαν. Ο καθένας για δικούς του λόγους. Θα ήθελαν να είναι μεγαλύτερη η παρέα, αλλά πάλι...

"Προσοχή παρακαλώ, σε πέντε λεπτά φτάνουμε στην Ίο. Οι επιβάτες με προορισμό την Ίο παρακαλούνται να ετοιμαστούν για αποβίβαση"

"Attention please...."

Ο Στέργιος τεντώθηκε μέσα στον υπνόσακό του. Το κεφάλι του ήταν ακριβώς δίπλα στα παπούτσια του. Κάτι είπε για τη μάνα κάποιου.

Ο Ακης ήταν όρθιος. Στα κάγκελα του καταστρώματος. Τα φώτα του λιμανιού πλησίαζαν. Ο αέρας μύριζε υπέροχα. Ο ήλιος άφαντος ακόμα, αλλά το φως του έβαφε τον ουρανό με χρώματα. Πορτοκαλί, γαλάζιο, μωβ, κίτρινο. Έβγαλε τη φωτογραφική. Ένιωσε σα γιαπονέζος στην αρχή αλλά δεν τον ένοιαζε. Ήθελε να τα θυμάται, να τα βλέπει. Μια κοπέλα αγουροξυπνημένη δίπλα, του είπε κάτι σε μια παράξενη γλώσσα. Κούνησε τους ώμους παραξενεμένος.

"Do you have a cigarette?"

Πες το έτσι. Τσιγάρο ήθελε. Έβγαλε το σκληρό κάμελ από τη πλάγια τσέπη της μιλιτερ βερμούδας. Τη λάτρευε αυτή τη βερμούδα. Η κοπέλα πήρε το τσιγάρο, το άναψε, ευχαρίστησε μέσα από τα δόντια της και, κάνοντας μεταβολή, έφυγε. Δε μύριζε και ιδιαίτερα καλά.

Παρτάλι...

Ο Στέργιος βρίζοντας προσπαθούσε να σπρώξει τον υπνόσακο στη θήκη του. Η υπόθεση χρειαζόταν ένα καφέ. Σε λίγα λεπτά...υπομονή.

Στριμώχτηκαν με καμιά κατοσταριά άτομα μπροστά στην κλειστή μπουκαπόρτα. Η ατμόσφαιρα είχε γίνει αποπνικτική από τις εξατμίσεις των αυτοκινήτων. Η κοπέλα που ζήτησε τσιγάρο από το Στέργιο πριν, τώρα ζητούσε από έναν Σέρβο. Δεν της έδωσε. Τα μάτια του Ακη πέσαν επάνω στον πυροσβεστήρα δίπλα στις σκάλες. Δεν είχαν κάνει αναγόμωση τρία χρόνια τώρα.

Η βαριά μπουκαπόρτα έπεσε με θόρυβο. Οι επιβάτες ξεχύθηκαν έξω. Το λιμάνι ήταν ήσυχο. Μόνο κάτι νησιώτες που διαλαλούσαν τα δωμάτιά τους χαλούσαν την πρωϊνή ηρεμία. Μπροστά ακριβώς στο λιμάνι υπήρχε ένα αναψυκτήριο. Ο Στέργιος επέμενε. Ο Ακης συμφώνησε.

"Πίνουμε ένα καφέ και πάμε για σπίτι."

"Να σου πω, δεν είναι πολύ ήσυχα; πού είναι τα μαγαζιά, ο κόσμος, οι γκόμενες; κοιμούνται από τώρα εδώ; ακόμα έξι είναι."

Είχε δίκιο. Στη Θεσσαλονίκη τέτοια ώρα ακόμα έπιναν τα ποτά τους. Στο νησί κοιμούνται; και πολύ περισσότερο στην Ίο; που είχαν ακούσει τόσα πολλά...

Σήκωσαν τα σακίδιά τους και ξεκίνησαν. Δεν είχαν και πολλά πράγματα. Δύο τζιν, καμιά δεκαριά μπλουζάκια, εσώρουχα, κάλτσες. Δεν ήθελαν και παραπάνω. Στο δρόμο συνάντησαν μια πινακίδα που έγραφε "Προς χωριό". Την ακολούθησαν. Από εκείνο το σημείο ξεκινούσαν σκαλοπάτια. Φαρδιά σκαλοπάτια, πέτρινα, με μεγάλες κοτρώνες τοποθετημένες σαν παζλ και βαμμένες άσπρες. Ασπρο. Το χαρακτηριστικό χρώμα των κυκλαδίτικων νήσων σε συνδυασμό πάντα με το γαλάζιο και το μπλε. Αρχίσαν υπομονετικά να σκαρφαλώνουν.

Στο δρόμο έκαναν στάσεις. Πολλές. Η ανάβαση ήταν δύσκολη. Ευτυχώς που ακόμα δεν είχε βγει ο κυρ' ηλίας γιατί θα τους έκανε τη ζωή ακόμα πιο δύσκολη. Σε κάποιο σημείο της διαδρομής τα μάτια τους έπεσαν σε ένα γέρικο δέντρο με πολλά σημάδια πάνω του. Πλησίασαν. Τα σημάδια ήταν γράμματα. Στο γέρικο κορμό οι διαβάτες είχαν αφήσει το στίγμα τους.

Κώστας Πειραιας 1977

Μαρία - Ειρήνη - Νατάσα Σαλόνικα 1990

Ε. Τ. Κ. Β. μαζι για πάντα ΙΟΣ 1983

Mario was here 10/8/84

και άλλα πολλά. Ο Στέργιος έβγαλε το κόκκινο σουγιαδάκι με τον άσπρο σταυρό.

Σ - Α 1993

"Όταν ξαναέρθουμε να ψάξουμε να το βρούμε."

Ναι καλά. Αφού έχουν περάσει από εδώ άλλοι εκατό χιλιάδες βάρβαροι. Όχι τα αρχικά δε θα βρούνε, ούτε το δέντρο θα υπάρχει.

Μετά από μισή ώρα ανάβαση και πολλά λίτρα ιδρώτα ο δρόμος φαινόταν να τελειώνει. Επιτέλους. Το μαρτύριο τελείωνε. Η μεγάλη εκκλησία της Χώρας δέσποζε κάτασπρη μπροστά στη πλατεία. Το χωριό ξαπλωμένο στην πίσω πλαγιά του βουνού περίμενε υπομονετικά τις ζεστές ακτίνες του ήλιου. Λαχανιασμένοι αλλά χαρούμενοι κάθησαν στην άκρη του δρόμου να ξαποστάσουν. Ακούστηκε ένας κουρασμένος κινητήρας να αγκομαχάει. Γύρισαν απορημένοι. Το παλιό λεωφορείο κόμπαζε να ανέβει την ανηφόρα. Η πινακίδα έγραφε: "Λιμάνι - Χώρα - Μυλοπότας"

"Ρε βλαμμένε, τσάμπα ψοφήσαμε, έχει και λεωφορείο"

Ο Στέργιος κοκκίνησε ακόμα περισσότερο.

"Εγώ φταίω; ας ρωτούσες"

"Αντε πάμε προς τα πάνω και βλέπουμε"

Ακολούθησαν την ταμπέλα που έγραφε προς πλατεία.

" To Ios square. The meeting point."

Μόλις ξεκίνησαν την ανάβαση στο στενό δρομάκι του νησιού μια μυρωδιά τους ξεσήκωσε. Μπύρα. Δεξιά και αριστερά του σοκακιού είχαν σχηματιστεί δύο ρυάκια μπύρας. Σπασμένα μπουκάλια, πεταμένα τσιγάρα και κουτάκια μπύρας, προφυλακτικά και άλλα σκουπίδια μαρτυρούσαν τα γεγονότα της χθεσινής νύχτας. Παντού μπαρ, τίποτα άλλο. Από κάποια ακουγόταν ακόμα μουσική. Ο Στέργιος χαμογέλασε σαν τον βελζεβούλ.

"Είπα και 'γω..."

Εξω από ένα μπαρ μια ξανθιά κοπελίτσα κοιμόταν ημίγυμνη. Στην άλλη άκρη ένας τύπος με μαύρα ρούχα είχε θρονιαστεί σε κωματώδη κατάσταση έξω από μια αυλή. Μια χαριτωμένη νησιώτισσα γριούλα προσπαθούσε να τον σηκώσει.

"Αντε παλικάρι μου να πας σπιτάκι σου, σήκω..."

"Fuck you" της απάντησε με προφορά Ορέστη Μακρή στα αγγλικά.

"Ναι αγόρι μου, αλλά σήκω τώρα, σε έχει δει η μανούλα σου έτσι;"

Τσάμπα τα λες γιαγια. Δεν καταλαβαίνει.

Ο Ακης και ο Στέργιος συνέχισαν το δρόμο προς την πλατεία.

Το ηθικό τους είχε ξανανέβει κατακόρυφα.


στον κυρ' Γιώργο

Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2007

Ο ηλικιωμένος και όχι τόσο καλοντυμένος τύπος στο μπαρ είχε σκύψει πάνω στο μισογεμάτο με ουίσκι ποτήρι του. Είχε πιει αρκετά για να μη καταλαβαίνει και πολλά πολλά. Τα τσιγάρα του ήταν πεταμένα κάτω και τα έψαχνε στις τσέπες του.

"Μου πήρες τα τσιγάρα μήπως πιτσιρίκο;"

Εμένα εννοούσε. Ήμουν όντως πιτσιρίκος, αλλά με πείραξε.

"Κάτω είδες;"

Αν μπορούσε κιόλας...

"Κάτσε να δω εγώ"

Τα ακούμπησα πάνω στο μπαρ, δίπλα του.

"Τελικά τα πήρες εσύ, έτσι; καλά το κατάλαβα..."

Συνέχισα τη δουλειά μου, συγκρατώντας τη νεανική μου παρόρμηση, και σεβόμενος την ιδιότητά του ως πελάτης. Τη σκέψη μου όμως δε μπορούσε να τη δαμάσει τίποτα.

"Κάπου αλλού, κάποια άλλη ώρα..."

Έβαλα ένα ποτό. Το μπαρ άδειαζε. Η αγαπημένη μου ώρα, στο αγαπημένο μου μέρος, με το αγαπημένο μου ποτό. Η ώρα που μπορώ να σκεφτώ τα πάντα και τίποτα. Η ώρα που μπορώ να διαλέξω αν θα περάσω το υπόλοιπο της νύχτας μόνος, ή με τη μελαχροινή που ζητάει φωτιά στη γωνία. Η ώρα που η κοπέλα στο σέρβις με κοιτάει προκλητικά και σχεδόν παρακλητικά να φύγουμε μαζί μετά το τέλος της βάρδιας. Την ώρα που ο ντισκ τζοκευ βάζει την αγαπημένη του μουσική, που τυγχάνει σχεδόν πάντα να είναι και η δική μου αγαπημένη. Απλά τέλεια.

"Πιτσιρίκο..."

Η τρεμάμενη και βραχνή φωνή μου υπενθύμισε την ύπαρξη του εν λόγω πελάτη.

"...βάλε μου ένα ποτό."

"Ορίστε"

"Να σου πω..."

Το ξερα. Ήρθε η ώρα της ψυχανάλυσης. Ξαπλώστε στον δερμάτινο, ηρεμήστε, πάρτε βαθειές ανάσες και ξεκινήστε να μου μιλάτε όποτε θέλετε εσείς. Εγώ θα ακούσω, θα συμφωνήσω, ως επί τω πλείστω, θα γελάσω με τα αστεία σας και θα σας κάνω και εγώ να γελάσετε λίγο.

"...εμένα που με βλέπεις, έχω πολλά λεφτά. Δούλεψα πολύ στη ζωή μου. Στην Αθήνα, στη Ρόδο, εξωτερικό..."

Χασμουρήθηκα διακριτικά. Κατέβασα μια γουλιά, και έβγαλα τον καπνό μου. Εστριψα ένα τσιγάρο. Τον κοίταξα με ενδιαφέρον και χαμογέλασα.

"...έχω πολλά μαγαζιά, οικόπεδα, χωράφια, επιχειρήσεις, ξέρεις."

Ξέρω, ξέρω.

"Με πολεμήσανε πολύ, να μου τα φάνε. Δεν τα κατάφεραν όμως. Μη με βλέπεις έτσι, μπορεί να είμαι εξήντα, αλλά το λέει η καρδιά μου. Βάζω κάτω πέντε σαν και σένα."

Το πιστεύω. Αν είναι κουτσοί, τυφλοί και μεθυσμένοι, και συ καλά, ίσως. Γέλασα και απομακρύνθηκα προφασιζόμενος δουλειά.

Δεν μπορούσε πια να κρατήσει το κεφάλι του στην όρθια θέση. Τον λυπήθηκα. Μπορεί να ήταν αλήθεια αυτά που έλεγε, μπορεί και όχι. Δεν είχε σημασία. Ήθελε να μιλήσει σε κάποιο άνθρωπο, κι ας ήταν μισό αιώνα μικρότερος. Κατάντια. Κι αν ήταν αλήθεια όλα αυτά, ακόμα χειρότερα.

"Πιτσιρίκο...βάλε ένα ουίσκι"

Δε θα του σέρβιρα άλλο. Δεν ήθελα.

"Μάλλον είναι καλύτερα να μην πιεις άλλο. Έχεις πιει πολύ."

Γύρισα προς τα πίσω. Το ποτήρι του έσκασε με δύναμη στον τοίχο, δέκα εκατοστά από το δεξί μου αυτί. Γύρισα έξαλλος. Γελούσε με ειρωνία και με κοιτούσε κατάματα.

"Τώρα θα μου βάλεις; χαχαχα"

Εσφιξα τα χέρια και τα δόντια μου. Κάτω από το μαγουλο είχα ένα ελαφρύ κόψιμο από ένα κομμάτι γυαλί. Σκούπισα με ένα χαρτί το αίμα και έβγαλα δύο ποτήρια χτυπώντας τα δυνατά πάνω στο ξύλο.

Θες να πιείς; θα πιούμε μαζί. Κι όποιος αντέξει.

"Παιχνιδάκι; ωραία. Βάλε λοιπόν."

Ηθελα να τον δω να σωριάζεται. Να έρθει το ασθενοφόρο να τον πάρει. Ηθελα να τον χτυπήσω, δεν το έκανα. Σήκωσε τα μάτια του. Είχε τα πιο γαλήνια μάτια που είχα δει.

Σήκωσα το ποτήρι μου και το άδειασα. Το ίδιο κι αυτός.

Μου είπε κι άλλες ιστορίες. Πολλές. Και ήπιαμε πολύ. Του έστριψα και τσιγάρο.

"Ελα λίγο, σκύψε να σου πω"

"Ορίστε"

"Όταν σου έρχεται να χτυπήσεις κάποιον, σκέψου ότι μπορεί να τον έχει χτυπήσει άλλος δυνατότερα. Δεν αξίζει τον κόπο."

"...θα το θυμάμαι..."

Με αγκάλιασε χτυπώντας με στην πλάτη.

"Είσαι εντάξει" μου είπε. Η φωνή του βράχνιασε ξαφνικά.

Άφησε τα χρήματα πάνω στο μπαρ. Πολύ περισσότερα από όσα έπρεπε. Του φώναξα να γυρίσει. Σήκωσε το χέρι, κάνοντας ένα νεύμα.

Ρώτησα τα παιδιά αν τον ήξεραν.

Έχασε γυναίκα και γιο σε τροχαίο. Εχασε όλα τα λεφτά του στο καζίνο. Αλήθεια ήταν. Εκανε καρκίνο σε όλο του το σώμα μέσα σε δύο χρόνια. Δεν του έμενε και πολύς καιρός.

Σε καμιά βδομάδα έμαθα ότι έπεσε από το μπαλκόνι του σπιτιού του. Κρίμα. Ηθελα να ξαναπιούμε μαζί σε κάποια φάση. Είχε πολλά να πει, αλλά κανέναν να τα ακούσει.

Ο κυρ' Γιώργος.


ματωμένη μαρία

Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2007

Ο Μήτσος έχει κέφια πίσω από τη μπάρα σήμερα. Το μπλάντι μέρι είναι όπως το θέλω. Λίγο αλμυρό, λίγο καυτερό, λίγο ξινό. Είναι το πιο ιδιότροπο κοκτέηλ. Δεν υπάρχει δοσολογία στα υλικά εκτός της βότκας και του χυμού τομάτας. Όλα τα υπόλοιπα είναι παραμετρικά. Ανακάτεψα τα υλικά στο μεγάλο ποτήρι. Το ήπια σχεδόν μονορούφι. Το ταμπάσκο κάνει τη διαφορά. Κάνε άλλο ένα Μήτσο, σήμερα έχεις χέρι.

Εγώ έχω ρεπό. Το πρώτο από τις έξι του Ιούλη. Τι έχουμε τώρα; Είκοσι δύο Αυγούστου. Μια χαρά. Πάει και το καλοκαίρι. Έφυγε σαν απατημένη σύζυγος. Έλα, μη σε παίρνει από κάτω. Το μπλάντι μέρι είναι ασύγκριτα απολαυστικό. Και λοιπόν; Αυτό είναι το ζητούμενο;

Κοίτα γύρω σου. Όλοι είναι σκυθρωποί. Σε κοιτάνε περίεργα. Γιατί; Γιατί είσαι μόνος. Μόνος; τι λες τώρα; όλοι εδώ είναι φίλοι μου. Είναι; Ο Μήτσος βάζει ποτά, ο Λάκης παίζει μουσική, η Γιώτα σερβίρει. Έτσι είναι οι φίλοι; Σου μιλάνε γιατί είσαι πελάτης. Όχι ρε τι λες; Τους έχεις συναντήσει εκτός από εδώ; τους έχεις πάρει τηλέφωνο; σε νοιάζει τι κάνουν όταν δεν δουλεύουν;

Όχι. Όχι. Όχι.

Ναι, αλλά έρχομαι, περνάω καλά, πίνω καμιά δεκαριά ποτά και τα διπλάσια σφηνάκια, και πληρώνω ελάχιστα.

Ωραία μετράς τη φιλία.

Όχι δεν κατάλαβες...Κατάλαβα πολύ καλά. Δε μου είπες, τελικά, γιατί είσαι μόνος; Δεν ξέρεις; Ξέφυγες. Εντελώς.

Μήτσο, βάλε άλλο ένα. Αυτός εδώ έχει όρεξη για κουβέντες φιλοσοφικές.

Ποιος ρε; Αστο, τίποτα. Θα πιούμε λες και κείνες τις τεκίλες; να χαρώ το φιλαράκι. Φώναξε και τη Γιώτα, βάλε και τον Λάκη, έτσι να κάνουμε παρέα παιδιά, σήμερα έχω ρεπό.

Και θα πιω.

Εχθές δεν ήπιες δηλαδή; προχθές; αυριο;

Αλλο στη δουλειά, δεν πιάνει. Μετά τη δουλειά πιάνει; πριν τη δουλειά; το πρωϊ πριν κοιμηθεις; το μεσημέρι; πότε πιάνει δηλαδή;

Ωχου, μπελά στο κεφάλι βάλαμε; ποιος σε φώναξε εσένα; τι είσαι εσύ; συνείδηση; λογική;

τα αρχίδια μου είσαι. Θα πιω, θα περάσω καλά, και δε θα σε ρωτήσω καν. Κατάλαβες;

...........

Που πήγαν όλοι; Ο Μήτσος; η Γιώτα; ο Λάκης;

ΠΑΙΔΙΑ, ΠΟΥ ΕΙΣΤΕ;

Δε παν να γαμηθούν κι αυτοί; ανάγκη τους έχω; θα βάλω ποτά μόνος, θα παίξω μουσική μόνος, θα πιω μόνος. Όποιος θέλει να έρθει, ας έρθει. Δεν παρακαλάω κανένα πούστη.

Θα χαράξω το δικό μου κύκλο με τη κιμωλία και θα είμαι άρχοντας...

Αλλοίμονο, η κιμωλία βράχηκε, το ίδιο και ο μαυροπίνακας.

Το τηλέφωνο διέκοψε τις σκέψεις μου.

"Έλα ρε, που είστε, θα έρθετε; δε γουστάρω μόνος εδώ..."

Πόσο θα τσαλακωθείς ακόμα ρε μαλάκα; πόσο θα τρέξεις να κρυφτείς;

Μέχρι να τελειώσει το μπλάντι μέρι. Που ξες, μπορεί να μου φτιάξει κι άλλο ο Μήτσος.

Έχει χέρι σήμερα. Κι εγώ ρεπό.


για ένα χαμένο γλυκό

Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2007

Πάνω από τον Αθω είχε καταιγίδα. Αστραφτε και βρόνταγε και κεραυνοί έσχιζαν το σκοτεινό καλοκαιρινό ουρανό διαγράφωντας το περίγραμμα του επιβλητικού βουνού. Και ξαφνικά σκοτάδι. Πίσσα.

Μόνο η καύτρα του τσιγάρου μαρτυρούσε την ύπαρξη ζωής εκεί κοντά. Πίσω από τα βράχια ακούγαμε μουσική. Ψυχεδελική. Ξάπλωσα στην υγρή άμμο. Μέσα στο σκοτάδι έβλεπα. Δεν ξέρω τι. Αστραψε. Σα να είδα ένα τεράστιο πρόσωπο με γένια στον ουρανό. Ακολούθησε ο κρότος. Τα βλέφαρά μου έκλεισαν μηχανικά. Πήρα μια τζούρα. Ο λαιμός έκαιγε. Τον δρόσισα με κρύα μπύρα. Ότι έπρεπε.

Ξανά ησυχία. Αραγε τι να γίνεται εκεί πάνω στο βουνό τώρα; Αν κολυμπήσω θα φτάσω; Κι αν χαθώ; Θα ακολουθήσω τα φωτα. Κι άλλες φορές βρήκα το δρόμο. Γιατί όχι τώρα; Τα πόδια μου ήταν ήδη στο νερό. Βούτηξα. Αρχισα να κολυμπάω. Όχι βιαστικά, όχι αγχωτικά, ήρεμα. Θυμήθηκα τον κόουτς στη κολύμβηση. Χαλαρές χεριές, χαλαρές αναπνοές, σταθερό ρυθμό. Έτσι μπορείς να κολυμπάς για ώρες. Δίπλα μου ακολουθούσαν ένα σωρό πλάσματα. Ένα δελφίνι, μία τσούχτρα, ένα σαλάχι. Ο Ποσειδώνας ήταν με το μέρος μου. Το κύμα με βοηθούσε. Δεν κουραζομαι. Το αντίθετο. Νιώθω υπέροχα, χαλαρός, ξεκούραστος. Τα φώτα δεν πλησιάζουν, αλλά τα βλέπω, τα ακολουθώ. Έτσι δεν πρόκειται να χαθώ ποτέ.

Ενας κεραυνός μου χάλασε την ηρεμία και το ρυθμό. Κατάπια νερό. Έβηξα. Τράβηξα μια τζούρα. Ξαναέβηξα. Ο λαιμός έκαιγε. Τον δρόσισα με κρύα μπύρα.

Η μουσική σταμάτησε πίσω από τα βράχια. Γιατί; Στεναχωρέθηκε που δεν τα κατάφερα; Κι όμως. Έφτασα στα φώτα. Και είναι όμορφα. Φωτεινα. Δε βρονταέι, δεν αστράφτει. Το μεγάλο γέρικο πρόσωπο μου χαμογελάει. Ανταποδίδω. Δεξιά και αριστερά βλέπω γνώριμες φιγούρες. Παιδιά. Παίζουμε στην πλατεία με τα ποδηλατάκια. Η μαμά του Πέτρου μας έφερε γλυκό. Δεν είχα ξαναφάει τέτοιο γλυκό. Ουράνιο. Έφαγα μια μεγάλη μπουκιά, ηδονική. Ανατρίχιασα σε όλο μου το σώμα, σαν να ήρθα σε οργασμό. Τράβηξα μια τζούρα. Ξαναέβηξα. Ο λαιμός έκαιγε, το ίδιο και τα δάχτυλά μου. Πέταξα τη γόπα στη θάλασσα. Η μπύρα τελείωσε, μα δεν πειράζει. Κοίταξα δίπλα μου.

Τα παιδάκια μεγάλωσαν. Φορούσαν τζιν, μπλουζάκια με σχέδια και παπούτσια δερμάτινα. Γλυκό δεν είχε. Ούτε ο Πέτρος μαμά. Ο ήλιος πάσχιζε να βρει το δρόμο του ανάμεσα στα σύννεφα. Τον έπνιγαν. Δε θα τον νικούσαν όμως. Έψαξα στην τσέπη του πουκαμίσου τα γυαλιά ηλίου. Ντρέπομαι να δείξω στον ήλιο τα μάτια μου. Θα γελάσει. Η μουσική ξανάρχισε. Χαλαρή, ήρεμη, ναρκωτική. Μια φωνή, μια όμορφη φωνή. Ένα γέλιο, αθώο σχεδόν. Ο Πέτρος σηκώθηκε, τινάζοντας την άμμο από το παντελόνι του.

Κατευθύνθηκε πίσω από τα βράχια ακολουθώντας τη μουσική.

Πέτρο, όπως έρχεσαι φέρε ρε φίλε και ένα γλυκό, το πεθύμησα.


Jose.

Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2007

Ο ήλιος έμπαινε σε δόσεις από το μισόκλειστο πατζούρι. Δύο γυναικείες φιγούρες διακρίνονταν στο μπαλκόνι. Τα βλέφαρά μου ήταν βαριά, το κεφάλι μου το ίδιο.

"Δεν πας να τον ξυπνήσεις; πότε θα πάμε θάλασσα;"

Εμένα εννοεί; Που στο διάολο είμαι; Ποιες είναι αυτές που θέλουν να χαλάσουν την πρωινή μου αφύπνιση; Κι αν θέλουν να πάνε θάλασσα, ποιος τις κρατάει;

"Δε μου λες θα κοιμάσαι πολύ ακόμα; Μία πήγε."

Ενιωσα ένα χέρι ανάμεσα στα μαλιά μου. Και μετά ανάμεσα στα πόδια μου.

"Μου φαίνεται πως είσαι ο μόνος που κοιμάται εδώ μέσα"

Τα πνιχτά γέλια των δύο κοριτσιών με έκαναν να γυρίσω πλευρό. Τι κάνω εδώ; Καλά θυμάμαι τη μικρή εχθές που πήρα από το μαγαζί, αλλά μετά την άφησα και έφυγα. Γιατί δεν είμαι σπίτι; Τέτοια ώρα με ξυπνάει συνήθως ο Στέλιος. Σχολάει από τη δουλειά και χτυπάει την πόρτα με το τρίφυλλο έτοιμο. Το ιδάνικό ξύπνημα. Τώρα θα με ψάχνει ρε πούστη, άσε που θα το πιει μόνος του.

"Λοιπόν..."

Μη μου το κάνεις αυτό. Μη μου ξεκινάς πρόταση με το λοιπόν, τρελλαίνομαι. Τι είναι; Απειλή; τελεσίγραφο; συμπέρασμα; ό'τι και να 'ναι κράτα το για σένα. Μη μου τη σπας πρωι πρωι. Ακόμα δεν ήπια την τεκίλα μου.

"...αν έχεις σκοπό να κοιμάσαι, μείνε εδώ. Εμείς πάμε θάλασσα."

Τι καούρα είναι αυτή με τη θάλασσα οι γκόμενες; και να πεις οτι την ευχαριστιούνται. Όλη την ώρα στην παραλία να πασαλείβονται, να κοιτάν δεξιά και αριστερά για υποψήφια θύματα, και στην καλύτερη να κρατάνε το "γέρο και τη θάλασσα" να το παίξουν και μορφωμένες. Κι αν ρωτήσεις τι λέει το βιβλίο σου απαντάνε με ύφος:

"Για ένα γέρο που ζει στη θάλασσα"

Ωραία.

Ακουσα την πόρτα να κλείνει με θόρυβο. Τσατίστηκε η...αυτή.

Τα μάτια μου άρχισαν να συνέρχονται. Τυπικό ενοικιαζόμενο δωμάτιο. Δύο κρεβάτια, ένας καθρέφτης με συρτάρια από κάτω, μία ντουλάπα. Όλα στο ίδιο χρώμα. Στο δίπλα κρεβάτι πλήθος γυναικείων ρούχων και αξεσουάρ μαρτυρούσε το φύλλο του εν λόγω δωματίου. Το ίδιο και τα εσώρουχα στο πάτωμα. Να και τα δικά μου. Το τζιν; Νατο κι αυτό. Να βρω και τις μπότες μου. Και να φύγω, να φύγω.

Το ίδιο σενάριο. Η ίδια τάση φυγής. Γιατί; Γιατί να μην πας να βρεις την...αυτήν τελως πάντων, να πιείτε καφέ, να κάνετε μπάνιο μαζί...

Στοπ. Γύρισα το κλειδί στη μηχανή. Τα πιστόνια έκαναν την εξάτμιση να κελαηδίσει.

Έφυγα αφήνοντας μια λωρίδα γόμας στην άσφαλτο. Μισή ώρα και ένα διφυλλάκι μετά έπινα την τεκίλα μου. Για τα μάτια του κόσμου είχα και ένα φραπέ δίπλα.

"Τελικά ήρθες; μια γλυκιά φωνή διέκοψε τον Jose Padilla"

Ε; Την κοίταξα περίεργα. Το ίδιο και αυτή. Θυμήσου ρε μαλάκα, ξεφτίλα πάλι;

"Καλά είσαι απαράδεκτος..."

Πάλι καλά. Θα μπορούσε να με πει μαλάκα.

"...και πολύ μαλάκας"

Είχαμε και συμπληρωματική δήλωση. Το μανιφέστο της - προσβεβλημένης - γκόμενας. Χαμογέλασα δείχνοντας την κίτρινη πέτρα που έχει θρονιάσει στους τραπεζίτες μου. Σήκωσα τους ώμους σαν να πιάστηκα.

Κρίμα, ωραία γκόμενα.

Σήκωσα το μπουκάλι από την ιδρωμένη σαμπανιέρα. Τα νερά τρέξανε πάνω στο κινητό μου. Μόρφασα. Γέμισα τα σφηνάκια.

Αφησα το Jose Cuervo να συνεχίσει τη ξεκούρασή του μέσα στα παγάκια.

Αφησα το Jose Padilla να συνεχίσει να χαϊδεύει τα αυτιά μου.

"...this time will last forever...and ever"


τα μπλε φανάρια

Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2007

Ο Στέφανος αυτό το σαββατοκύριακο θα ήταν μόνος στο σπίτι. Οι γονείς του θα πήγαιναν σε ένα γάμο, κάπου στη Θεσσαλία. Βλάχικος γάμος. Τρεις μέρες θα γλεντούσαν. Κι εμείς το ίδιο.

"Τι θα κάνουμε το βράδυ;"

"Έλα από το σπίτι να πιούμε τίποτα και βλέπουμε."

Μ' αρέσει ο τρόπος που σκέφτεσαι. Θα φέρω καμιά μπύρες.

"Έχει και ο πατέρας μου κάτι ουίσκια εδω..."

Οι μπύρες ήταν για απεριτίφ. Δεν έκαναν τίποτα. Ανοίξαμε το γυάλινο πορτάκι του νεοκλασικού μπουφέ, παραμερίζοντας το κάτασπρο απο χλωρίνη πλεκτό σεμεδάκι.

Είχε όντως κάτι ουίσκια...made in africa...

Άγνωστα υποπροϊόντα του αργού.

"Που τα βρήκε αυτά ρε; πίνονται;"

Ανούσια, ηλίθια και περιττή ερώτηση. Πλεονασμός που έλεγε και η χοντρή φιλόσοφος στο γυμνάσιο.

Τα πάντα πίνονται. Το τι θα πάθουμε μετά είναι άλλο κεφάλαιο. Δε μένει παρά να μάθουμε.

Το ουίσκι από τη Σιγκαπούρη κατέβηκε δύσκολα. Με επιφωνήματα και γκριμάτσες αποστροφής. Κατέβηκε όμως. Και τώρα πάλι ψάχναμε.

"Δε τρώμε και τίποτα να αντέξουμε τη νύχτα;"

Είχαμε κακό σκοπό. Όταν ξεκινάς με προδιάθεση τα πράγματα ξεφεύγουν εύκολα.

Επιδρομή στο ψυγείο λοιπόν και σε πέντε λεπτάκια είχαμε στρώσει μεζεδάκια που θα ζήλευε και ο Χαμόδρακας στην Αρετσού.

"Να πίνουμε και κάτι παράλληλα όμως;"

Τσίπουρο. Αθάνατη ελληνική μαγκιά. Ευγενής νεανική ηλιθιότητα. Καθαρίσαμε μισό κιλό τσίπουρο. Τώρα είμασταν έτοιμοι. Για ύπνο θα σκεφτείτε. Όχι βέβαια.

"Δύο ποτάκια, και δύο κίτρινες μικρές. Χωρίς πορτοκάλι."

Μη πάθουμε και υπερβιταμίνωση. Είμασταν στο μπαράκι που δούλευα. Όπου κούτρα ποτό και 'μεις εκεί. Για έξοδα είμαστε;

Επόμενη στάση Λαδάδικα. Οι κινήσεις μας είχαν γίνει ήδη μηχανικές. Ο Στέφανος περπατούσε σαν το ρόμποκοπ και εγώ σαν τον τερμινέιτορ. Ζευγάρι θανατηφόρο.

Μετά από τρία - τέσσερα μαγαζιά και τα αντίστοιχα - επί τρία - ποτά και σφηνάκια, είχαμε το πρώτο κρούσμα. Ο Στέφανος διπλώθηκε σε μια γωνία. Το στομάχι του άδειασε με υπόκωφους ήχους.

"Και τι κατάλαβες τώρα, άντε να το ξαναγεμίσεις πάλι."

Χα χα, είχα και όρεξη για χιούμορ. Μόνο.

Με κοίταξε με κατακόκκινα μάτια.

"Που πάμε τώρα;"

Εκεί που καταλήγουμε πάντα.

Δυνατή μουσική, τρελλά φώτα, πολύ κόσμο. Γνωστός μπάρμαν. Περυσι έβγαλα τη σεζόν εκεί. Χάσαμε το λογαριασμό. Χάσαμε ο ένας τον άλλον. Χάσαμε τα αυγά και τα καλάθια. Πίναμε ήδη για δέκα ώρες ασταμάτητα. Ξημέρωνε. Στο μπαρ πάνω, μας περίμενε ένα από τα πολλά σέικερ. Γεμάτο. Έβαλα στα ποτήρια. Δεν πρόλαβα να το βάλω και στο στόμα όμως. Το αντίθετο μάλιστα. Κάθησα να συνέρθω. Το μυαλό μου είχε αδειάσει, το ίδιο και το στομάχι, το ίδιο και το μαγαζί.

"Μαλάκα μπορείς να οδηγήσεις;"

Καλά τώρα, σε ποιον μιλάς; Πάλι καλά που είχα το αμάξι, για τη μηχανή δε το συζητούσα. Θα χρειαζόμουν βοηθητικές.

Φτάσαμε στο φανάρι στο λιμάνι. Άδειοι δρόμοι, ερημιά. Ο λευκός πύργος άρχισε σιγά σιγά να φαίνεται μέσα στην πρωινή φθινοπωρινή πάχνη. Το κόκκινο φανάρι δε ήταν αρκετό για να με κρατήσει. Άλλωστε, θα με δει κανείς;

Περνάω, σταματάω στο επόμενο φανάρι. Περνάω. Με κόκκινο βεβαίως. Στο επόμενο είπα να περιμένω. Μίλησε ο Σταθάκης μέσα μου. Δίπλα μου με πλευρίζει περιπολικό με τα μπλε φώτα αναμμένα να στρυφογυρίζουν σαν το φάρο της Αλεξάνδρειας. Κατεβάζουν το παράθυρο. Το ίδιο και εγώ. Ο Στέφανος δίπλα άσπρισε. Τώρα από το ποτό, από τους μπάτσους, δε ξέρω.

"Καλά είσαι σοβαρός; Περνάς με κόκκινο επειδή ο δρόμος είναι άδειος; Εμείς μπάτσοι είμαστε και περιμένουμε, εσύ μάγκας είσαι; Αϊ σιχτιρ κωλόπαιδα."

Έφυγε σπινάροντας. Με κόκκινο. Κοιταχτήκαμε.

Ο Στέφανος ξαναβρήκε το χρώμα του. Και εγώ το κέφι μου.

"Πάμε να πιούμε τίποτα;"

Καφέ, ξημέρωσε. Άσε που οι γονείς θα λείπουν κι αύριο.


μούφα μαέστρος

Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2007

Ήταν ένα συνηθισμένο μαγιάτικο Σάββατο στην πόλη. Πάλι δεν πήγαμε θάλασσα.

"Ακόμα νωρίς είναι, κρύο έχει"

Καλά, η σχέση του Τάκη με τη θάλασσα είναι αυτή της παρθένας με το σεξ. Ανύπαρκτη. Γι' αυτόν η θάλασσα είναι ένα μεγάλο, μπλε, επικίνδυνο πράγμα. Όμορφο να το βλέπει από την παραλία άλλα μέχρι εκεί. Το πολύ να βρέξουμε κάνα πόδι. Κι' αυτό στο γόνατο, μην παρασυρόμαστε.

"Και τι κάνουμε;"

"Ρωτάς; τσίπουρο στον κυρ' Νίκο."

"Λες;"

Θέλει η πουτάνα να κρυφτεί, και η χαρά δεν την αφήνει.

Μπιτ παζάρ. Ο χρόνος εκεί λες και σταμάτησε. Όπως τα μεγάλα ωρολόγια τοίχου στα παλιατζίδικα που απαρτούσαν την πλατεία. Όλα σταματημένα, ακίνητα, να κοιτάν τους περαστικούς σα φλεγματικοί βρετανοί μπάτλερ με ριγέ ασπρόμαυρο γιλέκο. Τα κρεβάτια με τα μπρούτζινα κεφαλάρια αναπολούν μελαγχολικά τις δόξες του παρελθόντος. Τα κιτρινιασμένα περιοδικά και βιβλία περιμένουν με ανυπομονησία ένα σαλιωμένο δάχτυλο να τα πασπατέψει. Εκείνο το συναίσθημα. Όταν σκάει το δάκρυ πάνω στο μελάνι και αφήνει την μεγάλη μωβ κηλίδα...

"Μαλάκα, πάχυνα."

Ο Τάκης στέκοταν μπροστά από ένα σκουριασμένο καθρέπτη. Κούνησα το κεφάλι μου.

"Άντε πάμε να πιούμε τίποτα. Μεσημέριασε."

Ο κυρ' Νίκος καθόταν έξω με αναμμένη την πίπα του. Το ίδιο πουκάμισο, το ίδιο ξεθωριασμένο καφέ κοτλέ παντελόνι. Το παχύ ασημοκίτρινο μουστάκι του έκρυβε πάντα το στόμα του. Καταλαβαίναμε τι λέει από τα μάτια του. Χαμογέλασε.

"Καλώς τα παιδιά. Καθήστε όπου θέλετε."

Το μαγαζάκι μικρό, ζεστό, φορτωμένο από πλήθος αντικείμενα που δε μπορείς να αποχωριστείς όσο κι αν παλιώσουν. Ήταν ένα παλιατζίδικο που μεταμορφώθηκε σε ουζερί. Εκεί δεν έχεις πολλές απαιτήσεις. Κάθεσαι, πίνεις, τρως και τραγουδάς. Απλά και όμορφα. Καθήσαμε σε ένα μικρό τραπεζάκι στη γωνία.

"Αντε γεια μας."

Σε λίγο το μαγαζάκι είχε γεμίσει. Δε χρειαζόταν και πολύ άλλωστε. Τρεις - τέσσερις παρέες, καμιά εικοσαριά άτομα, και αυτό ήταν.

Το τσίπουρο του κυρ' Νίκου θεσπέσιο. Οι μεζέδες απέρριτοι. Η παρέα; όλοι μαζί να τραγουδάμε. Βγήκαν και τα όργανα. Ο Τάκης είχε όρεξη για πλάκα.

"Έχουμε και το μαέστρο εδώ" δείχνοντας εμένα.

"Τι λες ρε, θα γελάνε κι οι πέτρες αν πιάσω να παίξω. Άσε το μόνο που ξέρω είναι το paranoid. Δε νομίζω να ταιριάζει στην περίσταση. Όσο για το τραγούδι; Θα με δέσουν στο δέντρο φιμωμένο σαν τον γαλάτη βάρδο.

"Έλα πάρε μαέστρο"

Σε λίγο παιδιά, να πιούμε κανά ποτηράκι πρώτα και βλέπουμε...

Κοίταξα τον Τάκη. Το πρόσωπό του ήταν σαν την τελευταία κουτσομούρα στο πιάτο. Κατακόκκινος. Και μάλλον όχι από την καυτερή.

"Μη γελάσεις θα σηκωθώ να φύγω."

"Άντε ρε μαέστρο, εσένα περιμένουμε."

Κοίτα ρε που έγινα και ο Πλάθιντο Ντομίγκο στο Ηρώδειο να ανυπομονούν οι θεατές να βγω στη σκηνη.

"Υπομονή παιδιά το καλό πράγμα αργεί."

Και θα αργούσε πολύ ακόμα. Κυρ' Νίκο φέρε κανα τσίπουρο, μπας και το σώσουμε. Ο Τάκης δεν άντεξε. Έσκασε στα γέλια σαν ύαινα που έκλεψε κομμάτι κρέας από το λιοντάρι. Το ίδιο και οι υπόλοιποι. Μας πήραν χαμπάρι.

"Ρε μαέστρο, μας άφησες έτσι τελικά"

Φεύγοντας ένας - ένας μας ειρωνευόταν κιόλας . Ο Τάκης γελούσε ακόμα.

"Μαέστρο, τα σέβη μου..."

Έπιασα την κιθάρα. Όπως και να ακούς το paranoid, καλό είναι.


μεθύστε

Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2007

μεθύστε

με κρασί, ποίηση ή αρετή

όπως προτιμάτε"

...έλεγε ο Μπωντλερ. Μπορώ να μεθύσω με αρετή; Μάλλον όχι. Στην επιλογή των δύο δρόμων δεν πήρα της αρετής. Δεν μπορώ να πω, παρ' αυτα, ότι πήρα της κακίας. Δεν υπήρξα κακός. Μαλάκας ναι, κωλόπαιδο ίσως, αλήτης σίγουρα. Αλλά κακός είναι too much. Και εδώ που τα λέμε ποιος έχει πάρει αυτό το περιβόητο μονοπάτι της κυρίας αρετής; Υπάρχει κανείς; Δε νομίζω. Αλλά πάλι, την αρετή την ερμηνεύει κανείς όπως θέλει.

Καιρό είχα να πιω. Τόσο που ξέχασα τη γεύση του. Αυτή δε με ξέχασε όμως. Κατέβασα γρήγορα το σφηνάκι με το χοντρό πάτο. Απ' έξω έγραφε με χρυσά και μαύρα γράμματα Jack Daniels old No7. Και μέσα αυτό έγραφε. Από τη γλώσσα μέχρι το στομάχι. Θυμήθηκα τότε, στα 15, το μπουκάλι που είχε κρυμμένο ο αδερφός μου στην ντουλάπα. Και το 'χα βρει. Και κείνο τα ίδια έγραφε, Jack Daniels old No7. Και έπινα στα κλεφτά καμιά γουλιά. Το στόμα έκαιγε, με έπιανε ρίγος. Αισθανόμουν θεός.

Και τι κατάλαβες; τίποτα.

Και τι έπαθα; τίποτα.

Έπαθες. Αλλά ήσουν τυχερός. Οκτώ τροχαία, τα έξι με μηχανή. Ποτέ δεν ξέρεις.

Έπαθες. Θυμάσαι τίποτα από τη Μύκονο το πάσχα το '97; Μπα. Τη Σλοβάκα τη θυμάσαι; Σιγά.

Κι όμως. Θυμάμαι πολύ καλύτερα από όσο νομίζεις. Και τα θυμάμαι όπως θέλω. Ξύπνησα σε ένα δωμάτιο άγνωστο. Με μια τύπα άγνωστη. Που είχε άγνωστες μελανιές σε όλο της το σώμα. Εγώ τα έκανα αυτά; Εσύ τι λές; Με ποιον πηδιόμουν εχθές;

Εγώ θυμάμαι που το ζητούσες πάντως.

Η μηχανή ήταν πάνω μας. Δεν ξέρω για πόση ώρα. Πέντε δέκα λεπτά, όχι παραπάνω. Σήκω ρε, να φύγουμε, ζεις; Ξέρω 'γω; Πως βρεθήκαμε κάτω; Εμένα λες; Εσύ οδηγούσες;

Έχει και κρύο ρε. Πάμε να φύγουμε. Μα καλά, μπορώ να μεθύσω με ποίηση; Να στεναχωρηθώ, ναι. Να κλάψω, ναι. Να θυμηθώ, ναι. Να μεθύσω; Το προσπάθησα. Διάβαζα πολύ. Αλλά παράλληλα έπινα πολύ.

Λες αυτό να εννοούσε ο ποιητής;


ακριβό το κοστούμι

Πέμπτη, 7 Ιουνίου 2007

Μέρες τώρα ο Τάκης είχε αρχίσει να σπέρνει ζιζάνια στην παρέα.

"Ρε σεις να πάρουμε κανα τάληρο, όχι παραπάνω, έχω γνωστό, καλό πράμα, από Τρίκαλα όχι αλβανικό και άλλα τέτοια συνωμοτικά."

Χασίσι εννοούσε. Για τους μη κατέχοντες. Τους ελάχιστους μη κατέχοντες δυστυχώς.

Είχαμε δοκιμάσει μια δυο φορές, ερασιτεχνικά όμως. Κεράσματα. Ποτέ δε μπήκαμε στα μονοπάτια της αγοράς. Και να πω την αλήθεια δε θέλαμε. Κάτι ο φόβος, κάτι τα βιώματα παλιών συμμαθητών, χωμένων ως το λαιμό πλέον στα σκληρά και χωρίς δυνατότητα επιστροφής, κάτι το μικρό κουδουνάκι των αρχών και ηθών της οικογένειας, μας απέτρεπε από αυτή τη διαδικασία. Τώρα έβγαιναν τα μικρά ανθρωπάκια εκείνα, το αγγελάκι και το διαβολάκι, παραθέτοντας το καθένα τη δική του επιχειρηματολογία.

"Έλα ρε, και τι έγινε, μια φορά μόνο, να δεις τι καλά που είναι, όλα γίνονται πιο όμορφα..."

"Μη το κάνεις, έτσι κύλησαν κι άλλοι, τι θα πεις στους γονείς σου αν το μάθουν..."

Σκάστε ρε.

Στην πραγματικότητα σε αυτές τις ηλικίες δεν τίθεται θέμα επιλογής. Ξέραμε πολύ καλά ότι θα το παίρναμε το τάληρο. Η περιέργεια στη νιότη είναι ανίκητος πολεμιστής.

"Τάκη παρ' του τηλέφωνο να δουμε"

Πράγματι έτσι έγινε. Το πήραμε. Και το βράδυ δώσαμε ραντεβού.

"Που λέτε να πάμε;"

"Κάπου προς τα έξω, να είμαστε και ήσυχοι"

Ηταν και καλοκαιράκι, τραβηχτήκαμε προς την Περαία. Η πιο κοντινή έξοδος όπου πραγματικά ένιωθες ότι έφευγες από την πόλη. Παραθαλάσσια μπαράκια, τραπεζάκια στην άμμο, χαλαρές φυσιογνωμίες. Και στο βάθος η πόλη. Με τα χιλιάδες φώτα να τρέμουν. Ο περιφερειακός πάντα γεμάτος, το λιμάνι στη γωνία με τα έντονα φώτα που ξεχωρίζουν, το Πανόραμα να κοιτάζει υπεροπτικά από ψηλά τις υπόλοιπες γειτονιές. Απλά υπέροχα.

"Ελάτε να κάτσουμε εδώ, παίζει καλή μουσική"

Το είχαμε γράψει το σενάριο από πριν. Θα πίναμε τα ποτάκια μας αρχικά σε ένα μπαράκι, θα κάναμε βόλτα μετά στην παραλία, κάπου απόμερα, να ρουφήξουμε το τριφυλλάκι, και μετά ανάλογα...

Το πρόγραμμα ακολουθήθηκε κατά γράμμα. Μετά από κάποια ποτά και τα απαραίτητα σφηνάκια, φανερά χαλαρωμένοι, τραβήξαμε κατά θάλασσα μεριά.

Το τσιγάρο το είχαμε έτοιμο. Από το αυτοκίνητο. Καθήσαμε σε κύκλο, σαν σε συμβούλιο των Σιου.

Ο αναπτήρας άστραψε. Μύρισε αμέσως. Ένας ένας ρουφούσαμε τον μεθυστικό καπνό του διαβόλου, με πνιχτά γέλια και βήχα. Ο θόδωρος ήταν πρωτάρης. Άσχημο αυτό.

Τώρα είμασταν παραδομένοι στις ουσίες τις οποίες μας έλεγαν οι γονείς μας να αποφεύγουμε.

Αλκοόλ και ναρκωτικά. Είχαμε περάσει ένα όριο, μια γραμμή νοητή. Δεν είμασταν παιδιά. Ίσως αυτό να θέλαμε να αποδείξουμε στους εαυτούς μας με αυτή την πράξη. Δεν ξέρω.

Τα φώτα απέναντι θόλωσαν, η θάλασσα αγρίεψε, ο ουρανός μας κορόιδευε. Η άμμος είναι υγρή.

Ο Θόδωρος δεν είναι πολύ καλά. Αντέδρασε περίεργα ο οργανισμός του.

"Ρε σεις, δε μπορώ, πάμε να φύγουμε"

Έτρεμε. Πανικοβληθήκαμε. Μπήκαμε στο αμάξι να γυρίσουμε.

"Πως θα πάω σπίτι, δεν μπορώ..."

Στο δρόμο σε μια άκρη είδαμε τι έφαγε ο Θόδωρος το μεσημέρι.

"Δεν πάμε μέχρι το αεροδρόμιο να πιούμε κανα φραπέ να 'ρθούμε στα ίσα?"

Η ιδέα φάνηκε καλή. Έστριψα.

Τα φραπεδάκια ήρθαν γρήγορα. Δεν υπήρχαν και πολλοί τέσσερις η ώρα το πρωί που να πήγαν εκεί για φραπέ. Το ίδιο γρήγορα ήρθε και ο λογαριασμός. Τρεις χιλιάδες οκτακόσιες δραχμές! Εννιακόσιες πενήντα δραχμές ο φραπές, ενώ στην παραλία πληρώναμε τότε τετρακόσιες. Σκάνδαλο! Ξενερώσαμε σε χρόνο ντε τε. Και ο Θόδωρος.

Κοιταχτήκαμε σκυθρωποί, με τα καλαμάκια στο στόμα.

"Μαλάκα, αύριο δεν θα έρθω για καφέ..."